Αρχική > Ανθρωπολογικά, Ελληνο/vs./Γερμανικά > «Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;»

«Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;»

«Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;». Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που  εδώ και περίπου δύο χρόνια τίθεται διαρκώς από ένα μεγάλο μέρος των γερμανόφωνων Κεντροευρωπαίων. Κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη με δεδομένο ότι από την αρχή της κρίσης του ευρώ η Ελλάδα λαμβάνει μια σειρά από ακριβά πακέτα βοήθειας, αν και οι προοπτικές ανάνηψης της οικονομίας της δεν μοιάζουν να είναι ιδιαιτέρως αισιόδοξες. Σε συνδυασμό και το «αμαρτωλό» παρελθόν του ελληνικού κομματικού κράτους η εξέλιξη αυτή οδήγησε στο φαινόμενο που σε άλλο κείμενο χαρακτηρίσαμε ως την γερμανική ηθικιστική επίθεση εναντίον των Ελλήνων και των άλλων Νοτιοευρωπαίων. Στο κείμενο αυτό απαριθμήσαμε μια σειρά από σημεία που καταδεικνύουν τον επιφανειακό, αντιπαραγωγικό και συχνά παιδαριώδη χαρακτήρα του ηθικισμού που προπαγανδίζεται από την εφημερίδα Bild και άλλες λαϊκίστικες φωνές. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ηθικισμός αυτός προκάλεσε ευθύς εξαρχής αντίστοιχες αντιγερμανικές αντιδράσεις στην Ελλάδα και τα τελευταία δύο χρόνια οι δύο αυτές χώρες βρίσκονται σε έναν ακήρυχτο και ιδιόμορφο πόλεμο πολιτισμών. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι αναγκαίο να προσπαθήσει κανείς να απαντήσει την ερώτηση που τίθεται ως τίτλος επί τη βάσει όχι του ηθικισμού, αλλά του αντιθέτου του. Και το αντίθετο του ηθικισμού είναι η ανάλυση.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει καταρχάς να γίνει αναφορά σε μερικά δεδομένα, τα οποία δεν έχουν ίσως ακόμη καταστεί εντελώς ξεκάθαρα σε πολλούς κατοίκους της κεντρικής Ευρώπης. Σε αυτά ανήκει κατά πρώτον το γεγονός ότι τα ελληνικά πακέτα βοήθειας δεν είναι δώρα, αλλά δάνεια. Τα χρήματα που πληρώνουν οι Γερμανοί για τους Έλληνες μέσω της συμμετοχής τους στους τρεις θεσμούς της ελληνικής τρόικας (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ) είναι τμήμα ενός μεγάλου έντοκου δανείου. Περαιτέρω, το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αυτής βοήθειας δεν καταλήγει στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Ελλήνων, αλλά σε αυτούς των διεθνών πιστωτών τους. Στο πλαίσιο, δηλαδή, του προγράμματος της ελληνικής βοήθειας τα προς εξόφληση ελληνικά δάνεια αποπληρώνονται από τους νέους δανειστές (την τρόικα). Καθώς, όμως, σε αυτά τα νέα δάνεια του πακέτου διάσωσης συμμετέχουν τα ευρωπαϊκά κράτη και οι πολίτες τους, τα χρήματά τους καταλήγουν να χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή των παλαιών δανείων, τα οποία, όμως, είχαν χορηγηθεί στο ελληνικό κράτος από ιδιωτικές εταιρείες (τράπεζες). Με άλλα λόγια, οι Γερμανοί (και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι) πολίτες πληρώνουν για να καλύψουν τις ζημίες αποτυχημένων ιδιωτικών επενδύσεων. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, σε αυτό το γεγονός οφείλεται το ότι τα τελευταία δύο χρόνια τα διεθνή μέσα έχουν βάλει την Ελλάδα κάτω από το μικροσκόπιο. Διότι αν επικεντρώσει κανείς την προσοχή του στα διάφορα αρνητικά αξιοπερίεργα του μικρού γαλατικού χωριού της νοτιοανατολικής Ευρώπης, τότε μπορεί να αποπροσανατολιστεί από τις αμαρτίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και να καλύψει όσο το δυνατόν αδιαμαρτύρητα ιδιωτικές ζημίες άλλων με το δικό του χρήμα. Και ενόσω μερικοί από τους ιδιώτες αυτούς επενδυτές συνεχίζουν να ευδοκιμούν, για να παίζουν διάφορα στοιχήματα θανάτου για το μέλλον της Ελλάδας στην ευρωζώνη, είναι πλέον γνωστό τι συμβαίνει στον μέσο Έλληνα. Το ελληνικό κομματικό κράτος προσπαθεί να εφαρμόσει το πολυσυζητημένο εκείνο πρόγραμμα λιτότητας και σταθεροποίησης της οικονομίας εις βάρος του κοινωνικού κράτους. Ένα πρόγραμμα, το οποίο και αυτο καθαυτό έχει ήδη αποδειχτεί όχι μόνον αποτυχημένο και αδιέξοδο, αλλά και καταστροφικό για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Σε όλα αυτά μπορεί φυσικά κανείς να αντιτείνει ότι παρά ταύτα είναι η Ελλάδα (και όχι π.χ. η Ολλανδία) αυτή που βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας ατυχούς συγκυρίας. Γιατί να πρέπει λοιπόν να πληρώσει κανείς είτε για τους ίδιους τους Έλληνες είτε για τους ιδιώτες πιστωτές τους; Η απάντηση που δίνουν στο εκ νέου διατυπούμενο ερώτημά μας πολλές προσωπικότητες από τον χώρο της οικονομίας και της πολιτικής είναι ότι για την ευρωζώνη είναι (ακόμα) πιο συμφέρον οικονομικά να σώσει την Ελλάδα από το να την εγκαταλείψει. Το πρόβλημα μοιάζει, δηλαδή, να έγκειται στο ότι η Ελλάδα είναι γενικώς μέλος της ευρωζώνης και αποτελεί πλέον για αυτήν έναν μείζονα κίνδυνο. Εδώ είναι σίγουρα μεγάλος ο πειρασμός να θυμηθεί κανείς τα «Greek Sta­tistics», μέσω των οποίων η Ελλάδα προσχώρησε στην ευρωζώνη χωρίς να έχει πραγματικά εκπληρώσει τα κριτήρια σύγκλισης. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε κανείς να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο κεντρικό μας ερώτημα, ότι, δηλαδή, οι Γερμανοί πρέπει τώρα να πληρώσουν το τίμημα για την απαράδεκτη εκείνη συμπεριφορά των Ελλήνων και την λανθασμένη εκείνη απόφαση των Ευρωπαίων. Εντούτοις, το συμπέρασμα αυτό που εκ πρώτης όψεως ηχεί ικανοποιητικό μοιάζει να τίθεται εν αμφιβόλω από μια άλλη πτυχή του προβλήματος. Προϊούσης της κρίσης του ευρώ έγινε, δηλαδή, σύντομα σαφές ότι δεν είναι μόνον η Ελλάδα, αλλά ολόκληρη η αλυσίδα των μεσογειακών χώρών (τα λεγόμενα PIGS [Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία]) που μαζί και με την Ιρλανδία αποτελούν μια προβληματική ζώνη, η οποία χρήζει αλληλεγγύης και βοήθειας. Αν η Ελλάδα είναι το άνθος του κακού, τότε γιατί έχουν και οι άλλες αυτές χώρες σημαντικά οικονομικά προβλήματα; Και γιατί η γεωγραφική θέση των τριών χωρών με τα περισσότερα προβλήματα (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία) είναι τόσο χαρακτηριστικά και ύποπτα περιφερειακή σε σχέση με την κεντρική Ευρώπη (η Ελλάδα στα νοτιοανατολικά, η Πορτογαλία στα νοτιοδυτικά, η Ιρλανδία στα βορειοδυτικά);

Η αναστροφή με αυτά τα δύσκολα ερωτήματα μοιάζει να προϋποθέτει ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης, στο πλαίσιο του οποίου τα οικονομικά προβλήματα των κρατών PIIGS μπορούν να ερμηνευτούν καλύτερα υπό το πρίσμα της πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Το μέγεθος των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των κρατικών χρεών στις χώρες αυτές πρέπει πιθανότατα να ερμηνευθεί ως αντανάκλαση όχι μόνον της κατάστασης της οικονομίας τους, αλλά και της πολιτιστικής απόστασης ανάμεσα σε αυτές τις χώρες και την κεντρική Ευρώπη. Σε μια ήπειρο, όπου κυριαρχούν πολιτικές θεωρίες, οικονομικά συστήματα και «φάρμακα» (για την κρίση) κεντροευρωπαϊκής προελεύσεως, η χαρακτηριστικά διαβαθμισμένη απόκλιση από την κεντροευρωπαϊκή ζώνη ιδανικής εφαρμογής των εν λόγω προτύπων, υποδηλώνει τον σταδιακά αυξανόμενο βαθμό πολιτιστικής διαφοροποίησης όσο κινούμαστε προς την ευρωπαϊκή περιφέρεια. Μια διαφοροποίηση, η οποία αναδεικνύεται ξεκάθαρα και μέσω ιστορικών και γλωσσολογικών παραμέτρων (π.χ. οι μακραίωνες επαφές του ελληνικού κόσμου με τους γειτονικούς και μη ευρωπαϊκούς πολιτισμούς της ανατολικής μεσογείου ή το κελτικό γλωσσικό και πολιτιστικό υπόστρωμα στην Ιρλανδία).

Εάν αυτό ισχύει, τότε τα χρήματα που οι Γερμανοί πληρώνουν για τους Έλληνες τα τελευταία δύο χρόνια πέφτουν θύμα μιας τελείως διαφορετικής κατάστασης: της γενικότερης ιδέας της ευρωζώνης. Μιας κατάστασης, όπου (ριζικά) διαφορετικοί ευρωπαϊκοί πολιτισμοί προσπαθούν να σχηματίσουν ένα και μοναδικό οικονομικό και κρατικό μόρφωμα. Αυτό το παρακινδυνευμένο εγχείρημα εύκολα μπορεί με την σειρά του να ερμηνευθεί ιστορικά: αποτελεί το άλλο άκρο σε σχέση με τις εξελίξεις στην Ευρώπη κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα. Η καταστροφή της ηπείρου στους δύο παγκοσμίους πολέμους οδήγησε στο όραμα της αντικατάστασης της ακραίας σύγκρουσης με την ακραία ενότητα. Ο πραγματικός λόγος, συνεπώς, που πρέπει κανείς σήμερα ως Γερμανός να πληρώνει για τους Έλληνες βρίσκεται στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν της Ευρώπης. Σε ένα παρελθόν με τα δικά του χρέη προς εξόφληση, η αποπληρωμή των οποίων εκκρεμεί ακόμη από την υπερχρεωμένη ως προς αυτά χώρα. Πρόκειται για το παρελθόν εκείνο που δείχνει ξεκάθαρα πόσο επικίνδυνο είναι να διατηρεί κανείς και στο παρόν της τρέχουσας κρίσης την ίδια παλαιά, βαθιά πεποίθηση: ότι στο τέλος μπορεί στην Ευρώπη να μείνει μόνον ένας…

  1. Μαρτίου 8, 2012 στο 23:06

    Πολύ εύστοχες οι παρατηρήσεις. Στο ζήτημα της πολιτισμικής διαφοροποίησης εντός της ΕΕ έχει επιμείνει πολλές φορές ο διάσημος ιστορικός Emmanuel Todd – oυσιαστικά θεωρεί το εγχείρημα της Ενωμένης Ευρώπης ανέφικτο γι’αυτόν τον λόγο.

    Κοντά σ’αυτά θα προσέθετα την σοβαρή παράμετρο μιας ανατίμησης του μάρκου καθώς και του κλυδωνισμού στην εξαγωγική πολιτική της Γερμανίας σε περίπτωση διάλυσης της ευρωζώνης, όπως επίσης και την αμαρτωλή προϊστορία των …European Statistics – είναι πλέον γνωστό οτι η Ελλάδα δεν ήταν παρά η κορυφή του παγόβουνου στο ζήτημα της δημιουργικής λογιστικής – και το γεγονός οτι η ίδια η Γερμανία είναι η πρώτη που επωφελήθηκε από τα …»ψεύτικα νούμερα»…

  2. Μαρτίου 9, 2012 στο 10:57

    Έτσι ακριβώς. Είναι σίγουρο ότι και η Γερμανία θα έχει ζημίες από μια (άτακτη) διάλυση της ευρωζώνης, αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος που η Ελλάδα δεν έχει πάρει ακόμα την άγουσα για το εθνικό της νόμισμα. Πολύ χρήσιμη είναι, επίσης, και η αναφορά που κάνεις στον Emmanuel Todd, για τον οποίο θα ήταν σήμερα μάλλον πιο εύκολο να προβλέψει την πτώση της Ε.Ε. από όσο ήταν κάποτε η αντίστοιχη πρόβλεψή του για την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Και είναι πολύ σημαντικό που ένας διανοούμενος προερχόμενος από την μεγάλη γαλλική σχολή της ανθρωπολογικής/κοινωνιολογικής/ιστορικής έρευνας – και μελετητής μεταξύ άλλων του κρίσιμου ζητήματος της οικογενειακής συγκρότησης σε διάφορες ευρωπαϊκές κοινωνίες – έχει και αυτός υπογραμμίσει τα – από ανθρωπολογική/πολιτισμική σκοπιά – πήλινα πόδια, στα οποία στηρίζεται το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης.

  3. Μαρτίου 15, 2012 στο 20:36

    Συμφωνώ απόλυτα με την πρόταση κατακλείδα του κειμένου. Βρήκα ενδιαφέρουσα και τη συνολική προσέγγιση που επιδιώκει (αν το αντιλήφθηκα σωστά) να φωτίσει υπαρκτές πολιτισμικές-ανθρωπολογικές διαφορές στην Ευρώπη. Στο σημείο αυτό έχω μια ένσταση-επιφύλαξη: ο υπερτονισμός υπαρκτών ενδεχομένως πολιτισμικών διαφορών εισάγει, έστω και άθελα μας, μια λογική αντιπαράθεσης, που δεν ξέρω πόσο ωφελεί τελικά. Οι εθνικισμοί δυστυχώς ξυπνάνε σε όλη την Ευρώπη.

  4. Μαρτίου 16, 2012 στο 12:13

    Η επιφύλαξή σου είναι εύλογη και το κλειδί, με το οποίο θα μπορούσε πιθανώς να αρθεί, είναι κατά την γνώμη μου η κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην εθνική συνείδηση/ταυτότητα και την πολιτιστική (μια πιο αναλυτική αναφορά σε αυτό θα γίνει στην επόμενη ανάρτηση). Κράτη π.χ. όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, περιλαμβάνουν λαούς με διαφορετική εθνική συνείδηση, που ανήκουν, όμως, στην ίδια γλωσσοπολιτισμική σφαίρα (γερμανική). Και, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, πιστεύω ότι η αναβίωση των εθνικισμών στην Ευρώπη, την οποία ορθά επισημαίνεις, είναι συνέπεια της υποβάθμισης (ή έλλειψης συνειδητοποίησης) των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων εντός της Ευρώπης και όχι του τονισμού ή υπερτονισμού τους. Όταν, δηλαδή, κανείς έχει επαρκή γνώση των διαφορών του με έναν άλλον άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων, τότε ξέρει περίπου και τι να περιμένει ή όχι από την αναστροφή μαζί του/ς. Όταν, αντιθέτως, ξεκινά με την – στην περίπτωση της Ε.Ε. – μάλλον ρομαντική, παρά ρεαλιστική ιδέα της «κοινότητας», τότε η συχνά οδυνηρή διάψευση της τελευταίας στην πράξη είναι αυτή ακριβώς που μπορεί να προκαλέσει τελικά τις βαθιές αντιπάθειες και τις περιχαρακώσεις. Φυσικά, και η πλήρης συνειδητοποίηση ή κατάδειξη των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων μπορεί, όπως και πολλά προϊόντα της επιστήμης και της έρευνας, να τύχει θετικής ή αρνητικής «χρήσης» από διάφορους κύκλους. Αυτό δυστυχώς είναι πάντα μέρος του παιχνιδιού. Εντούτοις, μεταξύ ενός συστήματος που θα προσπαθεί να λειτουργεί επί τη βάσει της διαφοροποίησης και ενός άλλου που ήδη δυσλειτουργεί επί τη βάσει της «κοινότητας», πιστεύω ότι το δεύτερο είναι σαφώς πιο πιθανός πρόξενος φαινομένων, όπως π.χ. οι εθνικιστικές αντιπαραθέσεις.

    • Μαρτίου 16, 2012 στο 12:31

      Δεν αποκλείεται να έχεις δίκιο. Όπως λέει και ο λαός «καλύτερα μακρυά και αγαπημένοι…»
      Η γειτονιά μας πάντως δεν είναι και η καλύτερη. Είδωμεν..

  5. Μαρτίου 16, 2012 στο 19:42

    Εξαιρετικοί οι σύνδεσμοι και ιδιαιτέρως το κείμενο του Καραποστόλη, που θίγει το κρίσιμο ζήτημα της αλληλεπίδρασης των νοοτροπιών με τους εκάστοτε θεσμούς και το εκάστοτε ιστορικό/πολιτικό πλαίσιο. Λέξη κλειδί, νομίζω, η «μεταποίηση» των νοοτροπιών, και αυτό διότι μεταφέρει την συζήτηση από τον μονολιθικό ηθικισμό (με όλη την «υποκρισία και ρηχότητα» που, όπως σωστά παρατηρεί ο αρθρογράφος, συχνά αυτός εμπεριέχει) σε μία αντίληψη σχετικισμού άκρως ευπρόσδεκτη και πιθανώς και άκρως απαραίτητη στις μέρες μας.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: