Αρχείο

Archive for Μαρτίου 2012

Οι ουτοπικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Μαρτίου 25, 2012 9 Σχόλια

«Αν στην παρούσα κρίση οι Έλληνες της Ευρώπης εθεωρούντο πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλ­ληνες, όπως και οι Έλληνες της Αμερικής είναι πρώτα Αμερικανοί και μετά Έλληνες, και η Ελ­λάδα ως μία από τις 17 πολιτείες της ΕΕ και όχι ως ΞΕΝΟ κράτος, δεν θα είχαμε κρίση, όπως δεν έχουν οι ΗΠΑ λόγω του ότι η Καλιφόρνια δεν τα πάει καλά στα οικονομικά της». Ρήσεις και απόψεις περί της Ενωμένης Ευρώπης, όπως αυτή (σχόλιο εδώ), δεν διατυπώνονται τα τελευταία χρόνια μόνον σε σχόλια αναγνωστών στο διαδίκτυο, αλλά εκ­φράζονται και από στόματα ή πένες ανθρώπων με δημόσιο λόγο. Προ καιρού, άλλωστε, ο απερχόμενος Αντιπρόεδρος εξέφρασε την προσήλωσή του στο όραμα των Ηνωμένων Πολι­τειών της Ευρώπης, ενώ άλλο επι­φανές στέλεχος του ιδίου χώρου δήλωσε ότι η Ευρώπη βρίσκε­ται αυτή τη στιγμή περίπου στην φάση που βρισκόταν η Αμερική (οι μεταγενέστερες Η.Π.Α.) πριν 150 χρόνια.

Η ευκολία, με την οποία γίνεται εσχάτως η σύγκριση μεταξύ των Η.Π.Α. και της (Ενωμένης) Ευρώπης αφήνει πιθανότατα μια περίεργη γεύση ακόμη και σε ανθρώπους που δεν είναι απα­ραίτητα ευρωσκεπτικιστές. Όσοι, τώρα, ανήκουν στην τελευταία αυτή κατη­γορία μάλλον βλέ­πουν να δικαιώνονται οι πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις τους. Διαπιστώνουν, δη­λαδή, ότι το όραμα της λεγόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και μαζί με αυτό η μοίρα περίπου 500 εκατομ­μυρίων κατοίκων της Ευρώπης μοιάζει συχνά να έχει αφεθεί έρμαιο ενός συστήμα­τος ιδεολογη­μάτων, ευσεβών πόθων και ουτοπικών στόχων με ιδιαίτερα έκδηλο τον απλουστευ­τικό ή και απλοϊκό του χαρακτήρα. Διότι μόνον με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε κανείς να αρ­χίσει να περιγράφει τον άστοχο χαρακτήρα της σύγκρισης μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ε.Ε., του­λάχιστον ως προς την ιστορική εξέλιξη και προοπτική τους. Η αστοχία αυτή μπορεί να τεκμη­ριωθεί μάλλον εύκολα με πολλά επιχειρήματα και δεδομένα, ορι­σμένα εκ των οποίων θα δούμε ευθύς αμέσως.

Η.Π.Α. – Η.Π.Ε.: Βίοι παράλληλοι ή βίοι αντίθετοι;

Η προσπάθεια ανάδειξης των εξόφθαλμων διαφορών ανάμεσα στην Ευρώπη/Ε.Ε. και τις Η.Π.Α. είναι ενδιαφέρον να ξεκινήσει από το ζήτημα του χρονικού βάθους της ιστορικής και πολιτιστικής τους εξέλιξης. Στην Αμερική το χρονικό βάθος της παρου­σίας των Ευρωπαίων που τε­λικά συγκρότησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι περίπου 500 χρόνια, ενώ ακόμη πιο πρόσφατη είναι η διαμόρφωση του ίδιου του κράτους. Πόσο είναι το αντίστοιχο χρονικό βάθος της παρου­σίας των Ευρωπαίων στην ίδια την Ευ­ρώπη; Εάν εδώ αποπειραθεί κα­νείς να δώσει απόλυτους αριθμούς θα εμπλακεί σε μια συζήτηση που σε αυτή τη φάση δεν μπο­ρεί να γίνει στα πλαίσια μιας ανάρτησης. Γι΄ αυτό τον λόγο είναι καλύτερα να απαντήσει κανείς την ερώτηση με λίγο διαφορετικό τρόπο. Το χρονικό βάθος της παρουσίας των σημερινών Ευ­ρωπαίων στην γηραιά ήπειρο ισούται με τον χρόνο διαχωρισμού ενός αρχικού και κάποτε κοι­νού γλωσσικού περιβάλ­λοντος, το οποίο η επιστήμη ονομάζει πρω­τοϊνδο­ευρωπαϊκό, στις πε­ρισσότερες από τις σημερι­νές ευρωπαϊκές γλώσσες. Για την καλύτερη κατα­νόηση αυτού του φαινομένου ας σκεφτούμε το εξής παράδειγμα: πόσος χρόνος θα χρεια­ζόταν προκειμένου από το κοινό γλωσσικό περιβάλ­λον της αμερικανικής αγγλικής γλώσσας, που ομι­λείται σήμερα στις Η.Π.Α., να προκύψει ένας διάδοχος γλωσσικός χάρτης, στο πλαίσιο του οποίου π.χ. στην Αρι­ζόνα και στο Οχάιο να ομι­λούνται γλώσσες που θα απέχουν τόσο με­ταξύ τους όσο π.χ. τα ιτα­λικά και τα πολωνικά στην Ευρώπη; Κάτι τέτοιο, βεβαίως, είναι μάλ­λον δύσκολο να συμβεί ποτέ στην περίπτωση των αμε­ρικανικών πολιτειών, ακριβώς επειδή οι περιοχές αυτές αποτελούν κομμάτι ενός σύγχρονου, ενιαίου κράτους, στο πλαίσιο του οποίου η χρήση και διατήρηση της κοινής γλώσσας προάγεται με πολλούς τρόπους-πτυχές του σύγχρονου πολιτισμού (π.χ. εκπαιδευτικό σύστημα, μέσα μαζι­κής ενη­μέρωσης, κλπ.). Και με αυτό τον τρόπο παίρνει κανείς ίσως και μια ιδέα για το σε ποιες εποχές ανάγονται πιθανώς οι διαδικασίες διαχωρισμού του ευρωπαϊκού κλάδου των ινδοευρω­παϊκών γλωσσών.

Η γλωσσική αυτή προβληματική είναι αλληλένδετη με το ζήτημα της γεωγραφικής διασποράς ή ομαδοποίησης των πληθυσμών στις δύο περιοχές που εξετάζουμε. Στις Η.Π.Α. έχουμε να κά­νουμε με κατά βάσιν αναμεμειγμένους πληθυσμούς Ευρωπαίων αποίκων, οι οποίοι κάποια στιγμή οργανώθηκαν με έναν κοινό γλωσσικό και εν πολλοίς και πολιτιστικό άξονα, αυτόν της αγ­γλοσαξονικής κουλτούρας. Φυσικά υπάρχουν σε πολλές πολιτείες και αλλόγλωσσοι πληθυ­σμιακοί θύλακες (π.χ. ισπανόφωνοι, κινέζοι), όπως, άλλωστε, και σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. οι Τούρκοι στην Γερμανία). Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι, όπως ακριβώς και στην Γερμανία ή την Γαλλία, υπάρχει και στις Η.Π.Α. μια κυρίαρχη γλώσσα και κουλτούρα. Αν θέ­λουμε να μεταφέρουμε αυτή την εικόνα στην Ενωμένη Ευρώπη, θα έπρεπε να φανταστούμε τις ευρωπαϊ­κές χώρες-πολιτείες να έχουν σε ποσοστό περίπου 80% κοινή γλώσσα (ποια θα ήταν άραγε αυτή με δεδομένο ότι δεν υπάρχει γλώσσα «ευρωπαϊκή»; Εκτός αν ως «ευρωπαϊκή» νοού­νται τα…σπαστά αγγλικά των αξιωματούχων της Ε.Ε.), καθώς και αναμεμειγμένους τους πλη­θυ­σμούς σε πολλά σημεία της ομοσπονδίας τους. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι δύσκολο να το φαντα­στεί κανείς, αφού σε αντίθεση με τις Η.Π.Α. στην Ευρώπη έχουμε συγκεκριμένες και δια­κρι­τές πολιτιστικές ζώνες με μακραίωνη ιστορία και εξέλιξη, δηλαδή περιοχές με πληθυσμούς συμπαγείς ως προς την γλωσσική και πολι­τιστική τους ταυτότητα.

Αρκετοί θα προσέθεταν εδώ και τον παράγοντα της διαφορετικής εθνικής ταυτότητας και συνεί­δησης: ομοιομορφία στις Η.Π.Α., σαφής ποικιλομορφία στην Ευρώπη. Ωστόσο, η μεταφορά της συζήτησης σε αυτό το πεδίο είναι πιθανώς παραπλανητική. Χώρες, όπως π.χ. η Αυστρία και η Γερμανία, ή η Ολλανδία και η Δανία, έχουν πληθυσμούς με διαφορετική εθνική συνείδηση, ανή­κοντες, όμως, σε μια κοινή πολιτιστική ζώνη, αυτή των γερ­μανικών γλωσσών. Και, όπως άλλω­στε αναδεικνύεται και από την τρέχουσα αρχιτεκτονική και εξέλιξη της κρίσης του ευρώ, οι πο­λιτιστικές αυτές διαφοροποιήσεις είναι πολύ πιο κρίσιμος πα­ράγοντας για την βιωσιμότητα της ιδέας της ενωμένης Ευρώπης από ό,τι οι εθνικές συνειδήσεις ή και οι διαφόρων μορφών εθνικι­σμοί. Θα μπορούσε, μάλιστα, να παρατηρήσει κανείς ότι η οπτική που θέλει τις εθνικές συνειδή­σεις (ή το έθνος-κράτος) ως μοναδική πιθανή τροχοπέδη για το ευρωπαϊκό όραμα είναι μάλλον αισιόδοξη για το όραμα αυτό. Και τούτο διότι οι εθνικές συ­νειδήσεις είναι πολύ πιο «εύπλαστες» από τις βαθύ­τερες πολιτιστικές καταβολές. Αυτό αποδει­κνύεται από το ότι στην πορεία της ιστορίας πολύ συχνά λαοί-ομιλητές της ίδιας γλώσσας έχουν υποστεί μεταβολές στην εθνική/κρατική τους ταυτότητα ή σε συγκεκριμένα συστατικά της. Για παράδειγμα, ένας Ιταλός κάτοικος της Το­σκάνης στην Αναγέννηση δεν είχε ακριβώς την ίδια εθνική συνείδηση με έναν Ιταλό που κατοί­κησε στην ίδια περιοχή τον 20ό αιώνα, αν και αμφότεροι υπήρξαν φορείς της ίδιας γλωσσικής, θρησκευτικής και ευρύτερης πολιτιστικής κουλ­τούρας. Η εθνική ταυτότητα έχει σαφώς πιο μι­κροϊστορική και ενίοτε επιφανειακή διάσταση από τις πιο μακροχρόνιες και βαθιές γλωσσοπολι­τισμικές ιδιομορφίες. Συνεπώς υποβαθμίζοντας κανείς συνειδητά ή ασυνείδητα τις πολιτιστικές διαφοροποιήσεις εντός της Ευρώπης στο επί­πεδο των εθνικών συνειδήσεων μπορεί πράγματι να δει μια προοπτική στο όραμα της ευρωπαϊ­κής ολοκλήρωσης, αφού ο ρευ­στός πα­ράγοντας της εθνικής αυτοσυνειδησίας μπορεί (με λίγη δουλειά) να μεταλλαχθεί καταλ­λήλως, ώστε π.χ. να αισθανόμαστε πλέον όλοι πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλληνες, Γάλλοι, Γερμανοί, κλπ. Αντιθέτως, «διαβάζοντας» κανείς τον ευρωπαϊκό χάρτη υπό το πρίσμα των γλωσσοπολιτι­σμικών ομαδοποιήσεων, π.χ. τις συμπαγείς ζώνες των γερμανικών, σλαβικών ή λατινογενών γλωσσών και λαών, αποκομίζει μια εικόνα, η οποία σε κάθε περίπτωση διαφέρει ριζικά από αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Η διαφορετική έκταση και ποιότητα της γλωσσοπολιτισμικής ποικιλομορφίας στην Αμερική και την Ευρώπη μπορεί, μάλιστα, να περιγραφεί με την χρήση δύο όρων που η ιστο­ρικοσυγκριτική γλωσσολογία έχει προσλάβει από την πληθυσμιακή βιολογία (π.χ. σε βιβλία όπως αυτό): residual (ή reten­tion ή mosaic) zone και spread zone, με τον πρώτο όρο να δηλώνει τις περιοχές που (ασχέτως του μεγέθους τους) παρουσιάζουν την μέγιστη διαφοροποίηση και τον δεύτερο όρο να δηλώνει τις περιοχές, όπου κάποια στιγμή εξαπλώθηκαν μόνο μερικά στοιχεία από την αρχική ποικιλο­μορφία της δικής τους πολιτιστικής «residual zone». Παρά την εκ πρώτης όψεως εικόνα παν­σπερμίας και «πολυπολιτισμού» που δίνουν οι Η.Π.Α. και άλλα σημεία της Αμερικής (π.χ. Κα­ναδάς), αν λάβει κανείς υπόψη τις επίσημες γλώσσες της ηπείρου, που είναι και αυτές, οι οποίες συγκεντρώνουν και σταδιακά «συγχωνεύουν» ένα υψηλό ποσοστό ομιλητών, θα διαπιστώσει ότι αυτές είναι μόνον ένα μικρό ποσοστό των ευρωπαϊκών γλωσσών. Κατά συνέπεια, πίσω από το πολυφυλετικό και πολυεθνικό μωσαϊκό της Αμερικής και των Η.Π.Α. έχουμε στην πραγματικό­τητα μια πολιτιστική «ζώνη διασποράς» (spread zone) ορισμένων μόνον στοιχείων της αντίστοι­χης ποικιλομορφίας στην Ευρώπη. Με αυτό τον τρόπο καταδεικνύεται και πάλι πόσο επιφα­νειακές και έωλες είναι οι συγκρίσεις μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ευρώπης, όπως αυτές επιχει­ρούνται από πολλούς πολιτικούς παράγοντες, αναλυτές ή και λιγότερο επώνυμους οπαδούς του οράματος της πλήρους ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Οι Η.Π.Α. δεν είναι, βεβαίως, το μοναδικό μοντέλο δημιουργίας ενός ευρύτερου κρατικού μορ­φώματος με (αρχικώς) πολυεθνικά και πολυπολιτισμικά πληθυσμιακά συστατικά. Ούτε η μακροχρόνια διαδικασία βαθμιαίας γλωσσοπολιτισμικής απόκλισης από ένα αρχικώς κοινό περιβάλλον, όπως αυτή απαντά στην περίπτωση της Ευρώπης, είναι ένας παράγοντας οπωσδήποτε απαγο­ρευτικός για την συγκρότηση τέτοιου είδους κρατικών οντοτήτων. Αυτός είναι ο λόγος που κά­ποιοι τουλάχι­στον εκ των θιασωτών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αναγνωρίζοντας ίσως τον μάλ­λον ατυχή χαρακτήρα της σύγκρισης του εγχειρήματος με την περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, παραπέμπουν συχνά σε κάποια άλλα σημεία του πλανήτη, ιδίως στις αναδυόμε­νες οι­κονομίες της Κίνας και της Ινδίας. Η σύγκριση της Ευρώπης με τις δύο αυτές περιοχές θα είναι το θέμα της επόμενης ανάρτησης.

Advertisements

«Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;»

Μαρτίου 7, 2012 7 Σχόλια

«Γιατί πρέπει να πληρώνω για τους Έλληνες;». Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που  εδώ και περίπου δύο χρόνια τίθεται διαρκώς από ένα μεγάλο μέρος των γερμανόφωνων Κεντροευρωπαίων. Κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη με δεδομένο ότι από την αρχή της κρίσης του ευρώ η Ελλάδα λαμβάνει μια σειρά από ακριβά πακέτα βοήθειας, αν και οι προοπτικές ανάνηψης της οικονομίας της δεν μοιάζουν να είναι ιδιαιτέρως αισιόδοξες. Σε συνδυασμό και το «αμαρτωλό» παρελθόν του ελληνικού κομματικού κράτους η εξέλιξη αυτή οδήγησε στο φαινόμενο που σε άλλο κείμενο χαρακτηρίσαμε ως την γερμανική ηθικιστική επίθεση εναντίον των Ελλήνων και των άλλων Νοτιοευρωπαίων. Στο κείμενο αυτό απαριθμήσαμε μια σειρά από σημεία που καταδεικνύουν τον επιφανειακό, αντιπαραγωγικό και συχνά παιδαριώδη χαρακτήρα του ηθικισμού που προπαγανδίζεται από την εφημερίδα Bild και άλλες λαϊκίστικες φωνές. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ηθικισμός αυτός προκάλεσε ευθύς εξαρχής αντίστοιχες αντιγερμανικές αντιδράσεις στην Ελλάδα και τα τελευταία δύο χρόνια οι δύο αυτές χώρες βρίσκονται σε έναν ακήρυχτο και ιδιόμορφο πόλεμο πολιτισμών. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι αναγκαίο να προσπαθήσει κανείς να απαντήσει την ερώτηση που τίθεται ως τίτλος επί τη βάσει όχι του ηθικισμού, αλλά του αντιθέτου του. Και το αντίθετο του ηθικισμού είναι η ανάλυση.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει καταρχάς να γίνει αναφορά σε μερικά δεδομένα, τα οποία δεν έχουν ίσως ακόμη καταστεί εντελώς ξεκάθαρα σε πολλούς κατοίκους της κεντρικής Ευρώπης. Σε αυτά ανήκει κατά πρώτον το γεγονός ότι τα ελληνικά πακέτα βοήθειας δεν είναι δώρα, αλλά δάνεια. Τα χρήματα που πληρώνουν οι Γερμανοί για τους Έλληνες μέσω της συμμετοχής τους στους τρεις θεσμούς της ελληνικής τρόικας (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ) είναι τμήμα ενός μεγάλου έντοκου δανείου. Περαιτέρω, το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αυτής βοήθειας δεν καταλήγει στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Ελλήνων, αλλά σε αυτούς των διεθνών πιστωτών τους. Στο πλαίσιο, δηλαδή, του προγράμματος της ελληνικής βοήθειας τα προς εξόφληση ελληνικά δάνεια αποπληρώνονται από τους νέους δανειστές (την τρόικα). Καθώς, όμως, σε αυτά τα νέα δάνεια του πακέτου διάσωσης συμμετέχουν τα ευρωπαϊκά κράτη και οι πολίτες τους, τα χρήματά τους καταλήγουν να χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή των παλαιών δανείων, τα οποία, όμως, είχαν χορηγηθεί στο ελληνικό κράτος από ιδιωτικές εταιρείες (τράπεζες). Με άλλα λόγια, οι Γερμανοί (και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι) πολίτες πληρώνουν για να καλύψουν τις ζημίες αποτυχημένων ιδιωτικών επενδύσεων. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, σε αυτό το γεγονός οφείλεται το ότι τα τελευταία δύο χρόνια τα διεθνή μέσα έχουν βάλει την Ελλάδα κάτω από το μικροσκόπιο. Διότι αν επικεντρώσει κανείς την προσοχή του στα διάφορα αρνητικά αξιοπερίεργα του μικρού γαλατικού χωριού της νοτιοανατολικής Ευρώπης, τότε μπορεί να αποπροσανατολιστεί από τις αμαρτίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και να καλύψει όσο το δυνατόν αδιαμαρτύρητα ιδιωτικές ζημίες άλλων με το δικό του χρήμα. Και ενόσω μερικοί από τους ιδιώτες αυτούς επενδυτές συνεχίζουν να ευδοκιμούν, για να παίζουν διάφορα στοιχήματα θανάτου για το μέλλον της Ελλάδας στην ευρωζώνη, είναι πλέον γνωστό τι συμβαίνει στον μέσο Έλληνα. Το ελληνικό κομματικό κράτος προσπαθεί να εφαρμόσει το πολυσυζητημένο εκείνο πρόγραμμα λιτότητας και σταθεροποίησης της οικονομίας εις βάρος του κοινωνικού κράτους. Ένα πρόγραμμα, το οποίο και αυτο καθαυτό έχει ήδη αποδειχτεί όχι μόνον αποτυχημένο και αδιέξοδο, αλλά και καταστροφικό για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Σε όλα αυτά μπορεί φυσικά κανείς να αντιτείνει ότι παρά ταύτα είναι η Ελλάδα (και όχι π.χ. η Ολλανδία) αυτή που βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας ατυχούς συγκυρίας. Γιατί να πρέπει λοιπόν να πληρώσει κανείς είτε για τους ίδιους τους Έλληνες είτε για τους ιδιώτες πιστωτές τους; Η απάντηση που δίνουν στο εκ νέου διατυπούμενο ερώτημά μας πολλές προσωπικότητες από τον χώρο της οικονομίας και της πολιτικής είναι ότι για την ευρωζώνη είναι (ακόμα) πιο συμφέρον οικονομικά να σώσει την Ελλάδα από το να την εγκαταλείψει. Το πρόβλημα μοιάζει, δηλαδή, να έγκειται στο ότι η Ελλάδα είναι γενικώς μέλος της ευρωζώνης και αποτελεί πλέον για αυτήν έναν μείζονα κίνδυνο. Εδώ είναι σίγουρα μεγάλος ο πειρασμός να θυμηθεί κανείς τα «Greek Sta­tistics», μέσω των οποίων η Ελλάδα προσχώρησε στην ευρωζώνη χωρίς να έχει πραγματικά εκπληρώσει τα κριτήρια σύγκλισης. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε κανείς να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο κεντρικό μας ερώτημα, ότι, δηλαδή, οι Γερμανοί πρέπει τώρα να πληρώσουν το τίμημα για την απαράδεκτη εκείνη συμπεριφορά των Ελλήνων και την λανθασμένη εκείνη απόφαση των Ευρωπαίων. Εντούτοις, το συμπέρασμα αυτό που εκ πρώτης όψεως ηχεί ικανοποιητικό μοιάζει να τίθεται εν αμφιβόλω από μια άλλη πτυχή του προβλήματος. Προϊούσης της κρίσης του ευρώ έγινε, δηλαδή, σύντομα σαφές ότι δεν είναι μόνον η Ελλάδα, αλλά ολόκληρη η αλυσίδα των μεσογειακών χώρών (τα λεγόμενα PIGS [Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία]) που μαζί και με την Ιρλανδία αποτελούν μια προβληματική ζώνη, η οποία χρήζει αλληλεγγύης και βοήθειας. Αν η Ελλάδα είναι το άνθος του κακού, τότε γιατί έχουν και οι άλλες αυτές χώρες σημαντικά οικονομικά προβλήματα; Και γιατί η γεωγραφική θέση των τριών χωρών με τα περισσότερα προβλήματα (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία) είναι τόσο χαρακτηριστικά και ύποπτα περιφερειακή σε σχέση με την κεντρική Ευρώπη (η Ελλάδα στα νοτιοανατολικά, η Πορτογαλία στα νοτιοδυτικά, η Ιρλανδία στα βορειοδυτικά);

Η αναστροφή με αυτά τα δύσκολα ερωτήματα μοιάζει να προϋποθέτει ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης, στο πλαίσιο του οποίου τα οικονομικά προβλήματα των κρατών PIIGS μπορούν να ερμηνευτούν καλύτερα υπό το πρίσμα της πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Το μέγεθος των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των κρατικών χρεών στις χώρες αυτές πρέπει πιθανότατα να ερμηνευθεί ως αντανάκλαση όχι μόνον της κατάστασης της οικονομίας τους, αλλά και της πολιτιστικής απόστασης ανάμεσα σε αυτές τις χώρες και την κεντρική Ευρώπη. Σε μια ήπειρο, όπου κυριαρχούν πολιτικές θεωρίες, οικονομικά συστήματα και «φάρμακα» (για την κρίση) κεντροευρωπαϊκής προελεύσεως, η χαρακτηριστικά διαβαθμισμένη απόκλιση από την κεντροευρωπαϊκή ζώνη ιδανικής εφαρμογής των εν λόγω προτύπων, υποδηλώνει τον σταδιακά αυξανόμενο βαθμό πολιτιστικής διαφοροποίησης όσο κινούμαστε προς την ευρωπαϊκή περιφέρεια. Μια διαφοροποίηση, η οποία αναδεικνύεται ξεκάθαρα και μέσω ιστορικών και γλωσσολογικών παραμέτρων (π.χ. οι μακραίωνες επαφές του ελληνικού κόσμου με τους γειτονικούς και μη ευρωπαϊκούς πολιτισμούς της ανατολικής μεσογείου ή το κελτικό γλωσσικό και πολιτιστικό υπόστρωμα στην Ιρλανδία).

Εάν αυτό ισχύει, τότε τα χρήματα που οι Γερμανοί πληρώνουν για τους Έλληνες τα τελευταία δύο χρόνια πέφτουν θύμα μιας τελείως διαφορετικής κατάστασης: της γενικότερης ιδέας της ευρωζώνης. Μιας κατάστασης, όπου (ριζικά) διαφορετικοί ευρωπαϊκοί πολιτισμοί προσπαθούν να σχηματίσουν ένα και μοναδικό οικονομικό και κρατικό μόρφωμα. Αυτό το παρακινδυνευμένο εγχείρημα εύκολα μπορεί με την σειρά του να ερμηνευθεί ιστορικά: αποτελεί το άλλο άκρο σε σχέση με τις εξελίξεις στην Ευρώπη κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα. Η καταστροφή της ηπείρου στους δύο παγκοσμίους πολέμους οδήγησε στο όραμα της αντικατάστασης της ακραίας σύγκρουσης με την ακραία ενότητα. Ο πραγματικός λόγος, συνεπώς, που πρέπει κανείς σήμερα ως Γερμανός να πληρώνει για τους Έλληνες βρίσκεται στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν της Ευρώπης. Σε ένα παρελθόν με τα δικά του χρέη προς εξόφληση, η αποπληρωμή των οποίων εκκρεμεί ακόμη από την υπερχρεωμένη ως προς αυτά χώρα. Πρόκειται για το παρελθόν εκείνο που δείχνει ξεκάθαρα πόσο επικίνδυνο είναι να διατηρεί κανείς και στο παρόν της τρέχουσας κρίσης την ίδια παλαιά, βαθιά πεποίθηση: ότι στο τέλος μπορεί στην Ευρώπη να μείνει μόνον ένας…