Αρχική > Ανθρωπολογικά, Ελληνο/vs./Γερμανικά, Πολιτικά > «Ελλείμματα» κατανόησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας

«Ελλείμματα» κατανόησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας

Το φαινόμενο του διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού, στο οποίο αναφερθήκαμε προ καιρού, είναι ένας γενικότερος παράγοντας που μπορεί ασυνείδητα να υπονομεύσει τον τρόπο σκέψης ανθρώπων με επιστημονική κατάρτιση. Ως ένα ευρύτερο πρόβλημα περιλαμβάνει και πολλές ειδικότερες καταστάσεις, όπου η άγνοια των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των λαών ή ο στρουθοκαμηλισμός απέναντί τους οδηγούν τον επιστημονικό τρόπο σκέψης στα βράχια της συχνά παιδαριώδους υπεραπλούστευσης ή της αφελούς αυτοπαγίδευσης σε μη επιστημονικές προσεγγίσεις.

Ένα ιδιαίτερα επίκαιρο παράδειγμα αποτελεί η συζήτηση περί των ελλειμμάτων των προβληματικών χωρών της ευρωζώνης και της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας ως της ενδεδειγμένης λύσης για την εξυγίανση των εν λόγω οικονομιών. Σε μια περίοδο που πολυάριθμοι εγκέφαλοι των οικονομικών επιστημών καταπιάνονται εντατικά με την ανάλυση των διαφόρων παραμέτρων της κρίσης και σαφώς και με το πρόβλημα των ελλειμμάτων, ένα πολύ μεγαλύτερο έλλειμμα έχει προ πολλού κάνει την εμφάνισή του. Αφορά την κατανόηση του βαθύτερου πνεύματος της περιβόητης, γερμανικού τύπου σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ξεκινώντας από μια θεωρητική αφετηρία που έχει ως άξονα την απλουστευτική γενίκευση και όχι τον διαπολιτισμικό σχετικισμό, αρκετοί αναλυτές μοιάζουν να αποδέχονται την γερμανική αντίληψη των εννοιών του ελλείμματος και της δημοσιονομικής λιτότητας περίπου με όρους κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Ως αυτονόητες διεθνείς κανονιστικές (ή και ηθικές) σταθερές, όπως π.χ. το πράσινο και κόκκινο φανάρι στον σηματοδότη. Το έλλειμμα είναι το «κόκκινο φανάρι», στο οποίο κάθε μικρό παιδί μαθαίνει ότι πρέπει να σταματά, ενώ η δημοσιονομική πειθαρχία είναι κάτι σαν το «πράσινο φανάρι», που αναντίρρητα, χωρίς ανάλυση, συζήτηση ή αμφιβολία, μας δίνει το δικαίωμα σε όλες τις χώρες του κόσμου να συνεχίσουμε την πορεία μας. Σε αντιδιαστολή με την ελληνική λέξη «πειθ-αρχία» (υπακοή μέσω της πειθούς, όπως επισημαίνεται ορθά εδώ), ο εννοιολογικός συσχετισμός της γερμανικής λέξης «Disziplin» με την σφαίρα της σχολικής μάθησης (discipere=«προσλαμβάνω» [γνώση], discipulus=«μαθητής»), όπως αυτός έχει εκφραστεί και με την γνωστή γερμανική επωδό περί των «Hausaufgaben» («σχολικών εργασιών») που οφείλει να κάνει η Ελλάδα, μαρτυρά με την σειρά του ότι κάτι επικίνδυνα σχολικό ή παιδικό κρύβεται πίσω από τις αντιλήψεις που προσπαθούν να κυριαρχήσουν αυτή την περίοδο στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης...

Δίνοντας στους όρους την απλουστευτικά απόλυτη αξία ενός σχολικού κανόνα, το επόμενο βήμα δεν απέχει πολύ. Είναι αυτό που έκανε πριν λίγο καιρό η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt δημοσιεύοντας τις 10 εντολές για την βιωσιμότητα της ευρωζώνης. Με αυτό τον τρόπο ο εξειδικευμένος επιστήμονας, ο φορέας της σύγχρονης και απροκατάληπτης ερευνητικής μεθοδολογίας, καταλήγει ανύποπτα και άδοξα να υποστηρίζει όχι μόνον την Ευρώπη-Δημοτικό σχολείο, αλλά και την Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης: ένα μοντέλο επίλυσης της οικονομικής κρίσης στην δεκαετία του 2010 μ.Χ. με εξόφθαλμες τις βιβλικές, παλαιοδιαθηκικές του καταβολές.

Για αρκετούς αναλυτές εδώ στην Ελλάδα η ανωτέρω ευτράπελη κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή αφορμή να πιάσουν το νήμα της έρευνας από την αρχή. Να θυμηθούν καταρχάς πόσες φορές συνέβη να βρεθούν σε μια κατάμεστη από κόσμο καφετέρια σε ένα τουριστικό μέρος της χώρας, όπου συχνά ένας και μόνος δύσμοιρος σερβιτόρος καλείται να εξυπηρετήσει 50 και 100 θαμώνες. Ακόμη και οι θιασώτες της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας θα δυσανασχετούσαν απέναντι στον ιδιοκτήτη του καταστήματος, που δεν προσέλαβε τουλάχιστον άλλον έναν υπάλληλο για την σωστότερη εξυπηρέτηση των πελατών. Κι όμως, ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν κάνει τίποτε άλλο από το να τηρεί την αρχή της δημοσιονομικής αρετής. Απασχολώντας μικρότερο αριθμό υπαλλήλων αυξάνει την πιθανότητα τα έξοδά του να είναι λιγότερα από τα έσοδα. Εάν, μάλιστα, τα π.χ. δύο ή τρία γκαρσόνια που συνολικά απασχολεί (αντί για 5 ή 6) έχουν υψηλό βαθμό εμπειρίας και ικανότητας, θα καταφέρουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… – να σώσουν τα προσχήματα της σχετικά ικανοποιητικής εξυπηρέτησης των πελατών.

Το επόμενο βήμα του ερευνητή θα ήταν λογικά να διερευνήσει μεθοδικά ποιο είναι το ακριβές βιωματικό φορτίο των επίμαχων όρων, κυρίως της «δημοσιονομικής πειθαρχίας», μέσα στο context όχι μόνον της γλώσσας, αλλά και της καθημερινής πρακτικής του πολιτισμού που τον κηρύττει. Και αν η κεντρική Ευρώπη φαντάζει κάπως μακριά, ιδίως για κάποιον που δεν μιλά την γερμανική γλώσσα, τότε η έρευνα μπορεί να γίνει εξίσου καλά και εδώ στην Ελλάδα. Τα γερμανικά ιδρύματα που βρίσκονται στην χώρα μας, όπως π.χ. το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, η Γερμανική Σχολή Αθηνών, το ινστιτούτο Goethe, προσφέρουν την δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο ερευνητή να μελετήσει το πώς αντιλαμβάνονται την σχέση ελλειμμάτων και δημοσιονομικής λιτότητας αυτοί που επιθυμούν να εξαγάγουν την δική τους αυτή αντίληψη και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Θα μπορούσε π.χ. κανείς να διερευνήσει την αναλογία εργασιών και προσωπικού και να διαπιστώσει πόσοι είναι οι εργαζόμενοι, που χάρη στην εμπειρία και την αναμφίβολα υψηλού επιπέδου, συστηματική κατάρτισή τους καταφέρνουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… –  να διατηρούν σε ικανοποιητικό επίπεδο την λειτουργία των ιδρυμάτων. Άλλες παράμετροι, όπως η πιθανότητα πως ό,τι στον έναν πολιτισμό θεωρείται το μεμονωμένο «μικρόβιο» του χρήματος (π.χ. η νοοτροπία ενός εργοδότη) στον άλλο αποτελεί αυτονόητη, διαρκή «πανδημία» ή το ενδεχόμενο αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως μέσον για την επίτευξη ενός στόχου (σφιχτά δημοσιονομικά), στον πολιτισμό προέλευσής του να αποτελεί ηθικό και ψυχολογικό αυτοσκοπό, ανήκουν προφανώς σε πιο προχωρημένες φάσεις της ίδιας έρευνας, που μάλλον κανείς δεν θα κάνει.

Θα μπορούσε κανείς να στοιχηματίσει άφοβα ότι οι περισσότεροι από τους εν Ελλάδι αναλυτές, οικονομολόγους ή και δημοσιογράφους, που σπεύδουν να προσχωρήσουν στην άποψη ότι «το πρόβλημα είναι τα ελλείμματα» και ότι «χρειαζόμαστε σφιχτή δημοσιονομική πολιτική», δεν γνωρίζουν ούτε καν σε ποιο σημείο της Αθήνας βρίσκονται τα ανωτέρω γερμανικά ιδρύματα. Και είναι λογικό. Η απλοϊκή γενίκευση, η επείσακτη ηθικολογία, η εσκεμμένη σύγχυση ανάμεσα στην καθημερινή «μικροοικονομική» σφαίρα και την διάσταση των (δια)κρατικών οικονομικών, το «πράσινο» και «κόκκινο φανάρι» στον σηματοδότη και οι «σχολικές εργασίες» του καλού μαθητή είναι πράγματα πολύ πιο εύκολα από την απροκατάληπτη επιστημονική έρευνα, την κριτική αμφισβήτηση των εκάστοτε θεσφάτων και τον έλεγχο της αυθεντίας του ισχυρού, ιδίως, μάλιστα, όταν πιστεύουμε ακράδαντα ότι πρέπει να «ανήκωμεν» και εμείς στην πλευρά του τελευταίου…

  1. kt
    Ιανουαρίου 20, 2012 στο 00:09

    Theodore,

    Εύγε και γι’ αυτό το άρθρο σου. Η γλωσσική σου ανάλυση ως προς τον όρο «πειθαρχία» και τον αντίστοιχο ξενόγλωσσο μου φαίνεται πολύ εύστοχη. Βέβαια, οι «παράταιρες» φωνές για τις οποίες μίλησες σε άλλο σου Post θα εξακολουθήσουν να ψιθυρίζουν τα λογάκια τους, σαν καλά «παπαγαλάκια» που είναι, σε ένα σωρό ιστολόγια (για να χρησιμοποιήσω κι εγώ εναν σχετικώς πρόσφατα πολιτογραφημένο στην καθομιλουμένη μας όρο…)

    Αλλά, βέβαια, είναι αναμενόμενο: Στα ακρίτως δυτικομανή και δυτικο-κενόδοξα αυτά παπαγαλάκια, πάντοτε έλειπε η αυτο-πειθαρχία της γραφής… Τώρα θα την αποκτήσουν;

  2. Ιανουαρίου 20, 2012 στο 15:36

    Kt, ευχαριστώ πολύ! Έχεις δίκιο ότι ορισμένοι εκφραστές άλλων απόψεων, που κατά την δική σου και δική μου γνώμη δεν παραθέτουν επιχειρηματολογία ανάλογη του συχνά απόλυτου χαρακτήρα των θέσεών τους, θα συνεχίσουν να βλέπουν με αρνητισμό προβληματισμούς, όπως αυτοί που διατυπώνονται σε αυτό το ιστολόγιο. Για ένα νέο, χαριτωμένο…royal rumble (για τους νοσταλγούς του wrestling που βλέπαμε μικροί!) μπορείς να ανατρέξεις στην συζήτηση εδώ (στο τελευταίο κομμάτι των σχολίων).

  3. Feta Compli
    Ιανουαρίου 27, 2012 στο 04:30

    Παραθέτω δύο από τους (αρκετούς) συνειρμούς που μου προκάλεσε η ανάγνωση (και) του συγκεκριμένου κειμένου:

    – Εχοντας διαγάγει βίο φοιτητικό επί σειρά ετών στην Γερμανία, εντυπωσιάστηκα – και ακόμη δεν έχω, ομολογώ, πλήρως ξεπεράσει το σοκ – όταν υπό την φοιτητική μου ιδιότητα, κατά τους πρώτους μήνες της παραμονής μου στην Γερμανία, και έχοντας συμμετάσχει σε διήμερο σεμινάριο, το οποίο ελάμβανε χώρα εκτός της πόλης, στο πανεπιστήμιο της οποίας φοιτούσα, βρεθηκα για το «ταξίδι» της επιστροφής μαζί με άλλους αλλοδαπούς (μη γερμανούς) φοιτητές να συνεπιβαίνω στο αυτοκίνητο του ευγενικά προσφερθέντος να μας μεταφέρει πίσω στην πόλη διοργανωτή του σεμιναρίου και κοσμήτορα επιφανεστάτου πανεπιστημίου. Την ικανοποίησή μου, σχεδόν ανυπόκριτο ενθουσιασμό, για την (εκ μέρους μου) εικαζόμενη επένδυση και ευαισθησία του πανεπιστημίου αναφορικά με την συμπεριφορά απέναντι σε αλλοδαπούς φοιτητές – τουλάχιστον σε επίπεδο εντυπώσεων, δημοσίων σχέσεων – , οι οποίοι θα επέστρεφαν στις χώρες τους «διαφημίζοντας» το εν λόγω πανεπιστήμιο αλλά και την ίδια εν γένει την χώρα υποδοχής (Γερμανία), έσπευσα να δηλώσω στον συνομιλητή μου κοσμήτορα, όταν η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την απήχηση θεσμών και ιδρυμάτων όπως οι κατά τόπους Γερμανικές Σχολές. Αφού ο συνομιλητής μου απαρίθμησε αρκετούς «επιφανείς» έλληνες από διαφόρους χώρους (επιστήμη, πολιτική κ.α.), για τους οποίους γνώριζε ότι είχαν φοιτήσει σε Γερμανικές Σχολές (Αθηνών ή Θεσσαλονίκης), παρατήρησα – το κατ’ εμέ αυτονόητο και προφανώς όχι ακριβώς πρωτότυπο – ότι επρόκειτο για οξυδερκέστατη επένδυση (Γερμανικές Σχολές ανά τον κόσμο), η οποία δημιουργούσε και θα εξακολουθούσε να δημιουργεί/διευρύνει ένα «δίκτυο» φίλα προς την Γερμανία και κάθε τι γερμανικό κειμένων ανθρώπων σε πιθανότατα κρίσιμες θέσεις, αξιώματα κλπ. στις εκάστοτε χώρες προέλευσης ή/και δραστηριοποίησης των τελευταίων. Η απάντηση του – κοσμογυρισμένου (βρισκόταν στο πανεπιστήμιο μιάμιση μέρα την εβδομάδα λόγω υποχρεώσεων, συνεδρίων κλπ.) λόγω αντικειμένου και διεθνών επαφών καθώς και επιδεικνύοντος ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ευρωπαϊκή, κατά κύριο λόγο, και διεθνή πολιτική – κοσμήτορα: «Ja, wissen Sie, wir zahlen hohe Steuern [Ξέρετε, πληρώνουμε υψηλούς φόρους]».

    – Δεν είναι ασφαλώς ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο παράδειγμα αυτού του είδους (μπορεί να έχει ήδη μνημονευθεί), αλλά αφού γίνεται αναφορά στην γλωσσική διάσταση/ανάλυση των πραγμάτων:
    Υπάρχει αντίστοιχος δόκιμος ή έστω με την ίδια απήχηση/συχνότητα χρήσης όρος με τον γερμανικό «Schuldensünder», με τον οποίο είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένο το σύνολο ή και εις έκαστος των εχόντων ελληνική υπηκοότητα κατά τον «σοβαρό» (sogar) γερμανικό τύπο; Δεν θυμάμαι τους πρωτοπλάστους να έχουν δαγκώσει κανένα μη εξοφληθέν ομόλογο, για να είμαι ειλικρινής, ούτε να υπάρχει κάτι σε debt sinner ή κάτι παρόμοιο (οφειλή – αμαρτία) σε κάποια από τις γλώσσες χωρών με παράδοση στα χρηματοπιστωτικά, τουλάχιστον όχι με την απήχηση του γερμανικού όρου. Μπορεί και να κάνω λάθος, βέβαια…

  4. Ιανουαρίου 27, 2012 στο 15:17

    Αχ, το σχόλιό σου μου φέρνει στο μυαλό τόσα και τόσα περιστατικά, όπου καταδείχθηκε πόσο ισχυρή είναι η συγκεκριμένη αρχική προδιάθεση με την οποία προσεγγίζουμε συχνά τα ήθη ξένων λαών και πόσο διαφορετική αποδεικνύεται η πραγματικότητα. Θυμάμαι π.χ. τι…ρομαντική (στην αφέλειά της) εντύπωση μου είχε κάνει αρχικά η θέα Γερμανών καθηγητών να τρώνε, όπως κάθε απλός φοιτητής στην Mensa (φοιτητικό εστιατόριο) του πανεπιστημίου μου. Κάποια στιγμή, ένας διδάσκων, ο οποίος συχνά συνέτρωγε με καθηγητές, με διαφώτισε ότι ο λόγος που πήγαιναν για φαγητό στην Mensa κι όχι σε κάποιο από τα πολλά, πολύ καλύτερα και όχι ιδιαίτερα ακριβά εστιατόρια στα πέριξ του πανεπιστημίου, ήταν πολύ απλά για να πληρώσουν φτηνότερα…Και από ό,τι θυμάμαι, ο μισθός του Γερμανού καθηγητή δεν βρισκόταν τότε ακριβώς σε…κάποια δίνη περικοπών ή «βίαιης προσαρμοργής».

    Και βεβαίως, το εύστοχο γλωσσικό παράδειγμα που φέρνεις (Schuldensünder) αποδεικνύει μαζί με πολλά άλλα, ως απόδειξη και όχι απλή ένδειξη, την ιδιαίτερη σχέση του λαού-φορέα της γλώσσας με συγκεκριμένες συμπεριφορές και νοοτροπίες σχετιζόμενες με την σφαίρα του χρήματος. Η συγκέντρωση και μελέτη τέτοιων στοιχείων θα μπορούσε να αποτελέσει μια πρώτης τάξεως εργασία γλωσσολογικής ανθρωπολογίας, όταν, φυσικά, ξεπεράσουμε την φάση του «πίστευε και μη ερεύνα!», το οποίο έχουν σχεδόν επιβάλλει ορισμένοι εντόνως ευρωπαϊστές συμπολίτες μας…

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: