Αρχική > Πολιτικά > Προσχέδιο του 2012

Προσχέδιο του 2012

Όταν πριν ένα χρόνο ακουγόταν η ευχή «ευτυχισμένο το 2012», με την οποία εκφραζόταν η ματαιότητα οποιασδήποτε ευχής για το 2011, ήταν ήδη ξεκάθαρο ότι το έτος που μόλις τελείωσε θα ήταν για την χώρα ένα από τα χειρότερα των τελευταίων δεκαετιών. Πράγματι, με εξαίρεση ορισμένες παράλογες και παράταιρες φωνές, οι οποίες επί τη βάσει εξωπραγματικών ή και ευτράπελων επιχειρημάτων προσπάθησαν κατά καιρούς να καλλιεργήσουν ένα κλίμα ψευδαισθητικής αισιοδοξίας («Αρχές του 2012 θα βγούμε στις αγορές», «Θα τα καταφέρουμε», κλπ.), το μεγαλύτερο κομμάτι των Ελλήνων ήταν και είναι σε θέση να αντιληφθεί πόσο δραματική είναι η κατάσταση και πόσο δυσοίωνες οι προοπτικές για το άμεσο, τουλάχιστον, μέλλον.

Η Ελλάδα το 2011...

Μια απλή ματιά στις ειδικότερες και ευρύτερες πτυχές της κρίσης αρκεί για να καταδείξει το μέγεθος και τον πιθανώς αδιέξοδο χαρακτήρα του προβλήματος: το ελληνικό δημόσιο έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει για πέμπτη φορά στην σχετικά βραχεία ιστορία του, τώρα, όμως, όντας ενταγμένο σε ένα ευρύτερο, και ακόμα πιο χρεοκοπημένο ενιαίο νομισματικό και γενικότερα οικονομικό σύστημα. Ένα σύστημα, που κατέληξε να έχει οδηγήσει ισχυρά κράτη, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, στο χείλος της δικής τους οικονομικής καταστροφής, που επιστρατεύει φτωχές χώρες, όπως π.χ. η Εσθονία, για να συνεισφέρουν οικονομικά υπέρ της «σωτηρίας» άλλων, πολύ πλουσιοτέρων κρατών-μελών, και του οποίου οι σπιθαμιαίοι αξιωματούχοι κατάντησαν να παρακολουθούν με…κομμένη την ανάσα το ελληνικό απεργιακό δελτίο.

Παράλληλα, η ανεγκέφαλη και άνανδρη πολιτική ηγεσία της χώρας τα τελευταία δύο χρόνια προσέθεσε στην κρίση ενός δημοσίου ταμείου και αυτήν της διεθνούς εικόνας ενός ολόκληρου λαού. Στην θλιβερή εκστρατεία του αυτοδυσφήμισης της χώρας στο εξωτερικό, ο «Έλληνας της διασποράς», πρώην πρωθυπουργός Γ.Α.Π. δεν έλαβε υπόψη του ούτε καν τους ομοίους του, δηλαδή τους άλλους Έλληνες της διασποράς, κυρίως της ευρωπαϊκής. Συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ενεργοποίηση όλων των απαξιωτικών κλισέ που συνοδεύουν τους νότιους Ευρωπαίους σε βορειότερα πλάτη της ίδιας ηπείρου, εξέθεσε τους Έλληνες που κατοικούν εκεί σε μια ευρεία γκάμα ρατσιστικών συμπεριφορών, που χαρακτηρίζουν την «βαθιά» κουλτούρα τμημάτων του εκεί πληθυσμού. Την ίδια περίοδο, στην πρωτεύουσα της χώρας, την Αθήνα, ο συνδυασμός ανικανότητας, δόλιων συμφερόντων και σκοτεινών μικροκομματικών και παρακρατικών σκοπιμοτήτων άφηνε το κέντρο έρμαιο μιας εκτός ελέγχου παράνομης μετανάστευσης και εγκληματικότητας ή το μετέτρεπε σε πεδίο μάχης πολιτών με «κουκουλοφόρους» αφήνοντας πίσω νεκρούς, κατεστραμμένες περιουσίες και αποκρουστικές σκηνές που έκαναν διαρκώς τον γύρο του κόσμου.

Σε ακόμα μεγαλύτερη απαισιοδοξία οδηγεί η αναζήτηση κάποιου έστω παράγοντα που θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα σε μια πιο θετική κατεύθυνση. Με εξαίρεση τους πιο δογματικούς ή ρομαντικούς ευρωπαϊστές, γίνονται διαρκώς όλο και λιγότεροι αυτοί που πιστεύουν ότι θα ορθοποδήσουμε πατώντας πάνω στο σαθρό έρεισμα της ευρωζώνης, το παραδομένο στις αυτιστικές εμμονές της ίδιας «βαθιάς» κουλτούρας που αναφέρθηκε πιο πάνω. Επιεικώς δυσπιστία προκαλούν πλέον και τα περισσότερα μέλη της ελληνικής πνευματικής, επιστημονικής και γενικώς διανοούμενης ελίτ, που κατά την διάρκεια της κρίσης όχι απλώς επέδειξε σοβαρά μεθοδολογικά ελλείμματα στις αναλύσεις της, όχι μόνον ελίτισε ανεπίτρεπτα, αλλά στην συνήθως άκρατη και άκριτη δυτικόστροφη ματιά της έδειξε να μην υποψιάζεται καν ότι η γενίκευση, δηλαδή η αντίληψη ότι υπάρχουν π.χ. πολιτικές και οικονομικές αρχές ή συνταγές αυτονόητα κατάλληλες για όλους τους λαούς (και αν δεν αποδίδουν τότε…φταίνε οι λαοί), είναι μόνον ένας από τους τρόπους προσέγγισης της πραγματικότητας. Σε μια χώρα, όπου τόσο η αναφερθείσα ελίτ όσο και όλα τα σκέλη του πολιτικού της φάσματος (δεξιά και αριστερά) έχουν εθιστεί στην ιδεολογική γενίκευση, δεν είναι π.χ. περίεργο ότι υπήρξαν άνθρωποι που «εξεπλάγησαν» ή «απογοητεύτηκαν» από την γερμανική στάση, η οποία πηγάζοντας από βαθύτερες, ιδιοσυγκρατικές πολιτισμικές ροπές δεν μπορεί να ερμηνευτεί εύκολα με όρους γενικευτικών πολιτικοοικονομικών θεωριών (πόσο μάλλον «κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού»). Και σε αυτή την χώρα ήταν επόμενο να έρθουν τελικά τρεις μάλλον μέτριοι ξένοι τεχνοκράτες, που κάνοντας ένα εσπευσμένο ποτ πουρί των συνταγών που είχαν ως τότε ήδη εφαρμόσει σε άλλες χώρες, ισοπέδωσαν την οικονομία και την κοινωνία. Μια ισοπέδωση που προωθήθηκε, φυσικά, με ακόμα πιο δραστικό τρόπο από τις στρατηγικές εφαρμογής των μνημονίων εκ μέρους του πανικόβλητου κομματικού κράτους, το οποίο επιλέγοντας ανάμεσα στην δική του επιβίωση και αυτήν της κοινωνίας, επέλεξε φυσικά να αφήσει στο απυρόβλητο όλες τις σκανδαλωδώς διαπλεκόμενες με αυτό ομάδες παρασίτων του δημοσίου χρήματος.

Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο σκηνικό τι μπορεί να περιμένει κανείς από το 2012; Η απομάκρυνση από τον δημόσιο βίο μέσω των εκλογών (αν γίνουν) ενός μεγάλου μέρους των ανεκδιήγητων εκείνων ναρκομανών της πολιτικής, ιδίως των δύο μεγάλων κομμάτων και του ΛΑ.Ο.Σ., που έφεραν την χώρα ως εδώ, θα ήταν σίγουρα ένα βήμα προς τα εμπρός. Ειδικά αν όλοι μας πηγαίνοντας στην κάλπη έχουμε στο μυαλό μας ότι αυτοί που θα εκλεγούν ενδέχεται να διαχειριστούν την πιο δύσκολη φάση της κρίσης, αυτήν της διάλυσης της ευρωζώνης και της όσο το δυνατόν πιο συντεταγμένης επιστροφής στα εθνικά νομίσματα. Εντούτοις, ένα ακόμα πιο σημαντικό βήμα που θα μπορούσαμε να κάνουμε το νέο έτος είναι αυτό που επιτάσσει κάθε μεγάλη και βαθιά κρίση: να επανεξετάσουμε εξ αρχής όλα μας τα δεδομένα. Τα προβληματικά εκείνα στοιχεία της βασικής μας κρατικής και πολιτικής οργάνωσης, που μάθαμε να θεωρούμε αυτονόητα και να τα αναπαράγουμε σαν την «σκοπιά στο παγκάκι» του γνωστού ανεκδότου, και τα οποία δεν πρόκειται να διορθωθούν με απλές «διαρθρωτικές αλλαγές», όσο επιβεβλημένες και ωφέλιμες κι αν είναι κάποιες από τις τελευταίες.

Αν και λόγω της επικαιρότητας της κρίσης ξεκίνησε μερικούς μήνες πριν, το παρόν ιστολόγιο αποτελεί το συνοδευτικό μέρος ενός βιβλίου, το οποίο είναι προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει στο πρώτο μισό του νέου έτους από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Βασικό του θέμα είναι η αναζήτηση της «πρώτης αρχής του ελληνικού πολιτισμού», της προέλευσης, με άλλα λόγια, του πολιτισμού εκείνου που επρόκειτο να αναπτυχθεί στην νοτιοανατολική Ευρώπη έχοντας ως φορέα την ελληνική γλώσσα. Το πραγματικά ενδιαφέρον, όμως, στο ζήτημα αυτό είναι ότι η προέλευση της ελληνικής γλώσσας είναι αλληλένδετη με την προέλευση και μιας ολόκληρης σειράς άλλων γλωσσών, με τις οποίες η ελληνική συναπαρτίζει την λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Και οι καταβολές της τελευταίας αποτελούν τον πυρήνα ενός από τα πιο δισεπίλυτα προβλήματα στην ιστορία της επιστήμης: του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος, δηλαδή της διαλεύκανσης της προέλευσης, του μηχανισμού διασποράς, αλλά και του χρονικού βάθους (δηλ. της ηλικίας) των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Καθώς στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια ανήκουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, η προέλευση του ελληνικού πολιτισμού είναι, συνεπώς, άρρηκτα συνδεδεμένη με την προέλευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή, ίσως ορθότερα, των ευρωπαϊκών πολιτισμών. Το σημείο που το βιβλίο τελειώνει, δηλαδή η διατύπωση μιας νέας πρότασης λύσης του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος μέσω της διεξοδικής εξέτασης όλων των διαθεσίμων επιστημονικών δεδομένων, είναι το σημείο που αυτό το ιστολόγιο ουσιαστικά αρχίζει. Έχοντας εκθέσει συστηματικά τα στοιχεία που προκύπτουν από την μακροχρόνια και διεθνή διεπιστημονική έρευνα ιδίως του χρονικού βάθους των γλωσσών και της πορείας στον χρόνο των ευρωπαϊκών πολιτισμών, μια εντελώς νέα προσέγγιση των πραγμάτων θα είναι δυνατή. Αυτή θα αφορά όχι μόνον το απώτερο παρελθόν της Ελλάδας και της Ευρώπης, αλλά πιθανώς θα έχει και ορισμένες ανατρεπτικές προεκτάσεις για το παρόν και το μέλλον τους.

Είναι ακριβώς οι προεκτάσεις αυτές, που θα εκτεθούν μέσα από το παρόν ιστολόγιο, όπου στην πορεία του νέου έτους, τους μήνες που θα ακολουθήσουν την έκδοση του βιβλίου, θα είναι δυνατόν να παρουσιαστεί σταδιακά μια πρόταση επαναθεμελίωσης της κρατικής και πολιτικής δομής της χώρας πάνω σε βάσεις λίγο διαφορετικές από αυτές που μας οδήγησαν (και πάλι) ως εδώ. Μια νέα οπτική κατά το δυνατόν απροκατάληπτη από μια σειρά εδραιωμένων μύθων και επιστημονικά παρωχημένων παραδοχών, που βρίσκονται στην ρίζα της ελληνικής και ευρωπαϊκής χρεοκοπίας, την οποία βιώνουμε. Ιδίως ως προς την Ελλάδα, η πρόκληση που θέτει κάθε μεγάλη κρίση, δηλαδή η ριζική (πραγματικά ριζική) και θαρραλέα αναθεώρηση όλων των «δεδομένων» και «αυτονοήτων», είναι εν τέλει ίσως το μοναδικό πραγματικό φως στο τούνελ του παρόντος αδιεξόδου. Η μοναδική ελπίδα να σταθούμε ξανά στα πόδια μας όχι ως εθελόδουλη αποικία της όποιας «Δύσης» ή «Ανατολής», αλλά ως κράτος με αυτοδύναμο τρόπο σκέψης και δράσης, το οποίο θα επιτρέψει κάποια στιγμή στους διαπρεπείς εκπροσώπους των «διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών» να επιστρέψουν αμέριμνοι στα ειρηνικά τους χόμπι

  1. Ιανουαρίου 4, 2012 στο 10:57

    Διαβάζω πάντα με προσοχή τα κείμενα σου, και πλέον μετά την προαναγγελία των κειμένων που θα ακολουθήσουν εντός του έτους, έχω και μεγάλη προσμονή. Νομίζω ότι εν πολλοίς η άποψη σου βρίσκεται κοντά στις θέσεις του Γιανναρά, όπως π.χ. εκφράσθηκαν στο πρόσφατο άρθρο του Για ένα καινούργιο πολιτικό σκηνικό.
    Διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις για το ρεαλισμό της προσέγγισης, καθώς νομίζω ότι η χώρα στερείται κρίσιμης μάζας πολιτικών, διανοούμενων, πολιτών για να υποστηρίξουν εγχείρημα επαναθεμελίωσης σαν αυτό που περιγράφεις.

  2. Ιανουαρίου 4, 2012 στο 14:10

    Στάμο,

    Ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σου και φυσικά η εκτίμηση είναι αμοιβαία. Είναι αλήθεια ότι όροι, όπως «επαναθεμελίωση», μπορούν να φέρουν στο μυαλό προσεγγίσεις όπως αυτή του Χ. Γιανναρά. Υπό την έννοια, ότι ο τελευταίος έχει εδώ και πολλά χρόνια γίνει γνωστός για τις απόψεις του περί της αντιπαράθεσης – όπως την αντιλαμβάνεται – μεταξύ Ορθοδοξίας και Δύσης και περί του δυτικότροπου «λάθος κράτους» των Νεοελλήνων. Εντούτοις, πέρα από αυτήν την εκ πρώτης όψεως διαφαινόμενη ομοιότητα, υπάρχουν σημαντικές διαφορές με την εδώ εκτιθέμενη οπτική, οι οποίες ελπίζω ότι στην πορεία του τρέχοντος έτους θα καταστούν διαρκώς σαφέστερες.

    Πρώτον, η βάση των συλλογισμών Γιανναρά (και Ράμφου, θα προσέθετα) είναι σαφώς θεολογική-φιλοσοφική. Εκκινά από τον χριστιανισμό, τον οποίον οι εν λόγω διανοούμενοι θεωρούν διαμορφωτή της φυσιογνωμίας των σύγχρονων Ευρωπαίων. Η προσέγγιση του παρόντος ιστολογίου, αντιθέτως, είναι ανθρωπολογική. Όσον αφορά π.χ. τον χριστιανισμό, θεωρεί ότι συνιστά ένα σχετικώς πρόσφατο υπέρστρωμα (superstratum), το οποίο δεν διαμόρφωσε, αλλά αντιθέτως διαμορφώθηκε από το προϋπάρχον πολιτιστικό υπόστρωμα της Ευρώπης. Οι θέσεις Γιανναρά-Ράμφου ξεκινούν, συνεπώς, από μια μάλλον μικροϊστορική κλίμακα (των τελευταίων περίπου 1000-1500 ετών), ενώ η ημέτερη οπτική έχει ως βάση την πολύ πιο μακροϊστορική ματιά της προϊστορικής αρχαιολογικής έρευνας. Όχι μόνον διότι ο γράφων προέρχεται από τον χώρο αυτό, αλλά και επειδή η πιο μακροϊστορική αυτή κλίμακα είναι κατά την γνώμη μου η ορθή κλίμακα μελέτης της πολιτιστικής ανθρωπολογίας. Με άλλα λόγια (θα γράψω κάποια στιγμή χωριστή ανάρτηση επ΄ αυτού) οι Γιανναράς-Ράμφος χρησιμοποιούν την λανθασμένη κλίμακα έρευνας για τα συγκεκριμένα ζητήματα που μελετούν.

    Ίσως αυτός είναι και ο λόγος για την φανερά μη καρποφόρα κατάληξη των γραφομένων τους σε ό,τι αφορά ρεαλιστικές, πρακτικώς εφαρμόσιμες προτάσεις για την ριζική αλλαγή που επαγγέλονται. Και εκεί θέλω να πιστεύω ότι η βρίσκεται η δεύτερη και σημαντικότερη διαφορά με τις απόψεις που θα εκτεθούν εδώ. Για μια πρώτη γεύση του είδους των πρακτικών προτάσεων-λύσεων αλλαγής σε συγκεκριμένους τομείς οργάνωσης του ελληνικού κράτους, που πηγάζουν από την εδώ ακολουθούμενη οδό σκέψης, μπορείς να ρίξεις μια ματιά σε ένα παλαιότερο άρθρο μου εδώ. Χαρακτηριστική είναι και η συζήτηση που ακολούθησε, με πολλές αρνητικές αντιδράσεις (κάπως «κεκτημμένης ταχύτητας», θα έλεγα) να εναλλάσονται με λιγότερες, αλλά – τολμώ να πω – πιο νηφάλιες θετικές (π.χ. του φίλου kt, που σχολιάζει και εδώ, αλλά και του γνωστού οικονομολόγου Αρίστου Δοξιάδη [AristosD]). Ο ρεαλισμός και η πρακτική εφαρμοσιμότητα των προτάσεων είναι ίσως το κλειδί για την ελκυστικότητα του όλου εγχειρήματος, η οποία θα μπορούσε να αντιπαλέψει το πρόβλημα που ορθά αναφέρεις, ότι δηλαδή «η χώρα στερείται κρίσιμης μάζας πολιτικών, διανοούμενων, πολιτών για να υποστηρίξουν εγχείρημα επαναθεμελίωσης».

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: