Αρχείο

Archive for Ιανουαρίου 2012

Complexes make the world go round: μια άσκηση εμπειρικής ψυχολογίας

Ιανουαρίου 29, 2012 Σχολιάστε

Το έτος 2000 δημοσιεύτηκε ένας αρχαιολογικός τόμος με τίτλο Metals Make the World Go Round: The Supply and Circulation of Metals in Bronze Age Europe. Επρόκειτο για τα πρακτικά ενός συνεδρίου για την σημασία της μεταλλουργίας στην Ευρώπη κατά την Εποχή του Χαλκού. Ως ένας από κυριότερους παράγοντες της τεχνολογικής και οικονομικής ανάπτυξης των προϊ­στορικών κοινωνιών που μπορεί να διερευνήσει η αρχαιολογία, είναι φυσικό ότι η μεταλλουργία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στις σχετικές μελέτες. Έναν ανάλογο ρόλο παίζει στην εποχή μας γενικότερα η οικονομία, σε σημείο που πολλές φορές ξεχνάμε ότι η ανθρώπινη δράση συχνά καθορίζε­ται αποφασιστικά και από άλλους, τελείως διαφορετικούς παράγοντες. Παράγοντες σχετιζόμενους με την δυναμική και τα πολυδιάστατα προβλήματα των διαπροσωπικών σχέ­σεων, ιδίως σε κοινωνίες που διατηρούν ακόμη στοιχεία παραδοσιακής νοοτροπίας.

Σε μια πρώτη απόπειρα ενασχόλησης με μια σειρά αρνητικών τέτοιων παραγόντων που εν μέρει συνδέονται με αυτήν την νοοτροπία, θα επιδοθούμε σε μια άσκηση εμπειρικής ψυχολο­γίας, με την παρατήρηση μιας ακραία αρνητικής, ας πούμε φανταστικής, περίπτωσης. Πρόκει­ται για την αλληλε­πίδραση μεταξύ δύο προσώπων: του Υ (=Υποβλέποντα) και του Μ (=ευνόητη η συνέχεια της λέξης). Τα δύο αυτά πρόσωπα εκφράζουν δύο αισθητά διαφορετικούς τρόπους ζωής, δύο ξε­κάθαρα διακριτές κουλτούρες συμπεριφοράς. Ο Υ είναι ο άνθρωπος των παθών. Με εμφανώς δυσμάχητες φυσικές ορμές, με αυτονόητα «επιθετικές» μεθόδους προσέγγισης του άλλου φύ­λου, με διάθεση για αχαλίνωτη διασκέδαση και κατανάλωση αλκοόλ μέχρι τελικής πτώσεως, με τάση για χονδροειδή και ανάρμοστα σχόλια σε κοινωνικές συνευρέσεις, με την εδραία πεποί­θηση ότι αυτός ο τρόπος ζωής προσδίδει (εν τέλει αυτοεπιβεβαιούμενη) «ανδρική» ποιότητα και υπόσταση. Η εξαρχής άνιση και προ πολλού χα­μένη μάχη με τα έντονα πάθη του αντανακλάται στο πρόσωπό του που μοιάζει πρόωρα γηρα­σμένο, καθώς και στο αδρό, διαρκές εκείνο μειδί­αμα κυνισμού και ειρωνείας, το οποίο αφήνει συνήθως πίσω της η πλήρης κατίσχυση των ακατάσχετα ισχυρών φυσι­κών ορμών. Ο Μ από την άλλη μεριά είναι ο τυπικός εγκεφαλικός τύπος. Όλα τα πράγματα, η κοινωνική σχέση, η διασκέδαση, η φιλία, η σχέση με το άλλο φύλο, δεν έχουν αξία καθεαυτή, αλλά μόνον όταν προσφέρουν κάτι ειλικρινές και ξεχωριστό στο πλαίσιο του όποιου χαρακτη­ριολογικού και πνευματικού του μήκους κύμα­τος. Δεν θα ξενυχτίσει π.χ. απλώς για να ξενυχτί­σει, αλλά για να περάσει λίγο περισσότερη ώρα με μια καλή παρέα. Επίσης, δεν πίνει παρά μόνο ελάχιστα, αφού σκοπός του είναι να χαίρεται με όλες του τις αισθήσεις σε εγρή­γορση τον χρόνο με την καλή συντροφιά, και όχι να απο­δεικνύει τον αλκοολούχο «ανδρισμό» του.  Έχει αλλεργία σε προκλητικά απρεπή, κυρίως σεξι­στικής φύσεως σχόλια θε­ωρώντας ότι ο έστω στοιχειώδης σεβασμός και η λεπτότητα είναι οι μόνοι τρόποι για να συγκροτηθεί και να δια­τηρηθεί εκείνο το είδος κοινωνικών σχέσεων που ο ίδιος επιθυμεί να έχει.

Όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, όσες φορές οι διάφοροι Υ και Μ βρίσκονται να συνυπάρ­χουν στον ίδιο κοινωνικό κύκλο (π.χ. στην ίδια παρέα), η επικίνδυνη χημεία τους μπορεί να γίνει πρόξενος άκρως ενδιαφερουσών ψυχολογικών αντιδράσεων και αντικοινωνικών συμπεριφο­ρών. Συχνά μπορεί π.χ. κανείς να παρατηρήσει τον εκάστοτε Υ, όταν αυτός βρίσκεται στην ίδια ομήγυρη με τον Μ, να μην χάνει ευκαιρία να χλευάσει απαξιωτικά τον τελευταίο ως κάποιον που δεν ξέρει να διασκεδάζει, ως «καλόγερο» ή «σπιτόγατο». Εάν ο Μ αναφέρει κάτι σχετικό με θέματα διασκέδασης, ο Υ δεν παραλείπει να διακόψει την ροή της συζήτησης για να του πει κάτι σαν «ναι, μιλάει τώρα κι ο μεγάλος γλεντζές!». Εάν ο Μ σηκωθεί να χορέψει, τότε ο Υ τον λοιδο­ρεί επιδεικτικά σαν κάποιον, ο οποίος είναι έτοιμος να επιδοθεί σε κάτι που είναι έξω από τα νερά του. Προσβεβλημένος από το μικρόβιο του ανταγωνισμού, ο Υ αρέσκεται να μετατρέπει με αυτό τον τρόπο τις συναντήσεις του με τον Μ σε αρένα τελετουργικής μονομαχίας. Τα προκλητικά σχόλια του Υ έχουν, δηλαδή, σαν στόχο να ερεθίσουν τον Μ, προκειμένου ο τελευταίος να «τσιμπήσει», να δικαιολογήσει το συμβολικό του προσωνύμιο και να μπει στην μονομαχία, από την οποία ο Υ μοιάζει να αντλεί ένα είδος νοσηρής αυτoϊκανοποίησης.

Ένα από τα αγαπημένα «σπορ» του Υ είναι, επίσης, να εκφράζεται με ασυγκράτητα εμπαθή και μειωτικό τρόπο για την πιο εγκρατή στάση του Μ σε ό,τι αφορά το άλλο φύλο. Συχνά αποπειράται να τον εξευτελίσει δημοσίως με σχολικού τύπου (και επιπέ­δου) τεχνάσματα ή σχόλια, ενώ αν τυχόν ο Μ προσπαθήσει να (συ)ζητήσει ανοιχτά και πολιτισμένα τον λόγο, θα λάβει απάντηση του τύπου «εσύ έχεις το πρόβλημα, γι΄ αυτό ενοχλείσαι, κι όχι εγώ», με την οποία ο Υ διεκδικεί το…ανθρώπινο δικαίωμά του να διαπομπεύει δημοσίως τους στόχους του. Σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις, το εν λόγω πεδίο κακοήθειας του εκάστοτε Υ μπορεί να πηγάζει και από την ατυχή συγκυρία της παλαιότερης σχέσης του με κύκλους συγκεκριμένων πνευματικών ανησυχιών (π.χ. φιλοσοφικών, θρησκευτικών, κλπ.), οι οποίες στην πορεία του χρόνου, έχασαν την μάχη απέναντι στα πάθη. Την ίδια μάχη, που χωρίς καν να (ή ακριβώς διότι δεν) την βλέπει ως τέτοια, απλά και μόνον λόγω διαφορετικού τρόπου ζωής, δείχνει να αντιπαρέρχεται με άνεση ο Μ, μετατρέποντας εαυτόν σε ακόμα πιο ανυπόφορο κόκκινο πανί για τον Υ.

Ο σκοπός της ανωτέρω συμπλεγματικής στρατηγικής του Υ, που θα μπορούσε να ονομαστεί «μετα­τόπιση των ορίων του φυσιολογικού», είναι προφανής: ο Μ πρέπει να σκιαγραφηθεί ως εκκε­ντρική, ακραία περίπτωση, να εκτοπιστεί στο άκρο, προκειμένου ο Υ να πλησιάσει το σημείο της μεσότητας. Να νιώσει την θαλπωρή της ψευδαίσθησης πως είναι αυτός που εκπροσωπεί το φυ­σιολογικό, αφού, με δεδομένη την απόσταση μεταξύ των Υ και Μ, αν ως φυσιολογικός εκληφθεί ο Μ, τότε στο άκρο αυτομάτως θα μετατοπιστεί ο Υ. Η τακτική, όμως, αυτή εί­ναι αδιέξοδη, αφού ακόμα και ο ίδιος ο Υ είναι σε θέση να αντιληφθεί τον ψευδαισθητικό της χαρακτήρα. Κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα η στάση του Υ να διολισθαίνει σε διαρκώς νέα επί­πεδα ποταπότητας. Αν φερ΄ ειπείν έχει ωφεληθεί ή και ευεργετηθεί από τον Μ (π.χ. με προ­σφορά εργασίας ή με την δωρεάν, μακροχρόνια παροχή στέγης), η ανωτέρω αναφερθείσα γκάμα θλιβερών συμπεριφορών δεν θα κοπάσει ούτε καν κατά την διάρκεια της ευεργεσίας. Αντιθέτως, η τελευ­ταία μπορεί να δώσει αφορμή για την προσθήκη στα πεδία της εμπάθειας και μιας ταξικής διά­στασης, αφού και εδώ ο Μ βρίσκεται «από πάνω» (ως ο δυνάμενος να προσφέρει), ενώ ο Υ «από κάτω» (ως ο έχων την ανάγκη να ζητήσει). Επιβεβαιώνοντας την διαχρονική αλήθεια γνωστών ρητών, όπως «ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέ­ντος», «αντί του μάνα χολήν» ή «δώσε θάρρος στο χωριάτη», ο Υ καταλήγει να θεωρεί την ευερ­γεσία του υπό του Μ όχι ως αφορμή για να αλλάξει άρδην την συμπεριφορά του απέναντί του, αλλά ως μια καλή ευ­καιρία εκμετάλλευσης του Μ και δικαιωματικής «επανόρθωσης» των αδικιών της τύχης. Πάντοτε, βέβαια, με την υποκριτική επίκληση της «φιλίας», που ο Υ ξέρει ότι συνήθως «ρίχνει» τον Μ στα δίχτυα της αδίστακτης τζαμπατζοσύνης του.

Έτσι, με την πάροδο του χρόνου ο Υ συνεχίζει να επιδεικνύει έναντι του Μ μια συμπεριφορά που θα ήταν άθλια, ακόμη κι αν δεν είχε ωφεληθεί από αυτόν. Υποβλέπει το τι κάνει στην ζωή του θέλοντας πάντα να μαθαίνει κάθε λεπτομέρεια και εκχέοντας όλη την αρνητική του ενέργεια για κάθε θετική προοπτική, η οποία ανοίγεται στην ζωή του Μ και «απειλεί» να δικαιώσει την κουλτούρα και στάση ζωής του. Παράλληλα, καραδοκεί διαρκώς για κάποιο τυχόν «στραβοπάτημά» του (π.χ. για μια περί­σταση που θα τον καταστήσει κάπως έκθετο σε ηθικιστικές τάσεις) για να τον κατακεραυνώσει με τον γνωστό προκλητικό και αβυσσαλέα εμπαθή τρόπο. Φυσικά, όπως γνω­ρίζουν οι έμπειροι των εν Ελλάδι κοινωνικών σχέσεων, σε τέτοιες περιπτώσεις συμβαίνει συχνά ο εκά­στοτε φαρισαΐζων Υ να έχει ήδη κι αυτός υποπέσει στο ίδιο παράπτωμα, ενίοτε την ίδια ακριβώς περίοδο. Σε αντίθεση, όμως, με τον Μ, ο οποίος δικαιολο­γώντας και πάλι το συμβολικό του προσωνύμιο έχει πει τα πάντα στον κύκλο των φίλων και γνωστών του (στον οποίον συνεχίζει αφελώς να συγκαταριθμεί και τον Υ), ο Υ δεν έχει πει, βεβαίως, απολύτως τίποτα…Έχει κα­λύψει καλά τα νώτα του κι είναι έτοιμος να επιδοθεί από ύπουλη θέση ισχύος σε μια ακόμη προσφιλή του τελε­τουργική αψιμαχία με τον Μ.

Ας μην πούμε περισσότερα. Άλλωστε, στην πραγματική ζωή σπάνια συναντά κανείς τόσο άθλιους τύπους, όπως ο Υ, και εξίσου σπάνια τόσο καλοπροαίρετους αφελείς, όπως ο Μ. Η ανωτέρω ιστορία ήταν ένα παράδειγμα (αληθές ή φανταστικό, δεν έχει σημασία), στο οποίο σκιαγραφείται εν πλήρει δράσει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που κάνουν αυτόν τον κόσμο να γυ­ρίζει: τα αθεράπευτα, παντοειδή συμπλέγματα. Κι επειδή, βεβαίως, οι διάφοροι Υ του κόσμου αυτού δεν πρόκειται ποτέ να πάψουν να είναι Υ, η λύση σε τέτοιες ατυχείς κοινω­νικές καταστά­σεις δίνεται συνήθως μόνον όταν ο εκάστοτε Μ πάψει να είναι Μ…

Advertisements

«Ελλείμματα» κατανόησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας

Ιανουαρίου 15, 2012 4 Σχόλια

Το φαινόμενο του διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού, στο οποίο αναφερθήκαμε προ καιρού, είναι ένας γενικότερος παράγοντας που μπορεί ασυνείδητα να υπονομεύσει τον τρόπο σκέψης ανθρώπων με επιστημονική κατάρτιση. Ως ένα ευρύτερο πρόβλημα περιλαμβάνει και πολλές ειδικότερες καταστάσεις, όπου η άγνοια των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των λαών ή ο στρουθοκαμηλισμός απέναντί τους οδηγούν τον επιστημονικό τρόπο σκέψης στα βράχια της συχνά επικίνδυνης υπεραπλούστευσης ή της αφελούς αυτοπαγίδευσης σε μη επιστημονικές προσεγγίσεις.

Ένα ιδιαίτερα επίκαιρο παράδειγμα αποτελεί η συζήτηση περί των ελλειμμάτων των προβληματικών χωρών της ευρωζώνης και της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας ως της ενδεδειγμένης λύσης για την εξυγίανση των εν λόγω οικονομιών. Σε μια περίοδο που πολυάριθμοι εγκέφαλοι των οικονομικών επιστημών καταπιάνονται εντατικά με την ανάλυση των διαφόρων παραμέτρων της κρίσης και σαφώς και με το πρόβλημα των ελλειμμάτων, ένα πολύ μεγαλύτερο έλλειμμα έχει προ πολλού κάνει την εμφάνισή του. Αφορά την κατανόηση του βαθύτερου πνεύματος της περιβόητης, γερμανικού τύπου σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ξεκινώντας από μια θεωρητική αφετηρία που έχει ως άξονα την απλουστευτική γενίκευση και όχι τον διαπολιτισμικό σχετικισμό, αρκετοί αναλυτές μοιάζουν να αποδέχονται την γερμανική αντίληψη των εννοιών του ελλείμματος και της δημοσιονομικής λιτότητας περίπου με όρους κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Ως αυτονόητες διεθνείς κανονιστικές (ή και ηθικές) σταθερές, όπως π.χ. το πράσινο και κόκκινο φανάρι στον σηματοδότη. Το έλλειμμα είναι το «κόκκινο φανάρι», στο οποίο κάθε μικρό παιδί μαθαίνει ότι πρέπει να σταματά, ενώ η δημοσιονομική πειθαρχία είναι κάτι σαν το «πράσινο φανάρι», που αναντίρρητα, χωρίς ανάλυση, συζήτηση ή αμφιβολία, μας δίνει το δικαίωμα σε όλες τις χώρες του κόσμου να συνεχίσουμε την πορεία μας. Σε αντιδιαστολή με την ελληνική λέξη «πειθ-αρχία» (υπακοή μέσω της πειθούς, όπως επισημαίνεται ορθά εδώ), ο εννοιολογικός συσχετισμός της γερμανικής λέξης «Disziplin» με την σφαίρα της σχολικής μάθησης (discipere=«προσλαμβάνω» [γνώση], discipulus=«μαθητής»), όπως αυτός έχει εκφραστεί και με την γνωστή γερμανική επωδό περί των «Hausaufgaben» («σχολικών εργασιών») που οφείλει να κάνει η Ελλάδα, μαρτυρά με την σειρά του ότι κάτι επικίνδυνα σχολικό ή παιδικό κρύβεται πίσω από τις αντιλήψεις που προσπαθούν να κυριαρχήσουν αυτή την περίοδο στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης…

Δίνοντας στους όρους την απλουστευτικά απόλυτη αξία ενός σχολικού κανόνα, το επόμενο βήμα δεν απέχει πολύ. Είναι αυτό που έκανε πριν λίγο καιρό η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt δημοσιεύοντας τις 10 εντολές για την βιωσιμότητα της ευρωζώνης. Με αυτό τον τρόπο ο εξειδικευμένος επιστήμονας, ο φορέας της σύγχρονης και απροκατάληπτης ερευνητικής μεθοδολογίας, καταλήγει ανύποπτα και άδοξα να υποστηρίζει όχι μόνον την Ευρώπη-Δημοτικό σχολείο, αλλά και την Ευρώπη της Παλαιάς Διαθήκης: ένα μοντέλο επίλυσης της οικονομικής κρίσης στην δεκαετία του 2010 μ.Χ. με εξόφθαλμες τις βιβλικές, παλαιοδιαθηκικές του καταβολές.

Για αρκετούς αναλυτές εδώ στην Ελλάδα η ανωτέρω ευτράπελη κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή αφορμή να πιάσουν το νήμα της έρευνας από την αρχή. Να θυμηθούν καταρχάς πόσες φορές συνέβη να βρεθούν σε μια κατάμεστη από κόσμο καφετέρια σε ένα τουριστικό μέρος της χώρας, όπου συχνά ένας και μόνος δύσμοιρος σερβιτόρος καλείται να εξυπηρετήσει 50 και 100 θαμώνες. Ακόμη και οι θιασώτες της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας θα δυσανασχετούσαν απέναντι στον ιδιοκτήτη του καταστήματος, που δεν προσέλαβε τουλάχιστον άλλον έναν υπάλληλο για την σωστότερη εξυπηρέτηση των πελατών. Κι όμως, ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν κάνει τίποτε άλλο από το να τηρεί την αρχή της δημοσιονομικής αρετής. Απασχολώντας μικρότερο αριθμό υπαλλήλων αυξάνει την πιθανότητα τα έξοδά του να είναι λιγότερα από τα έσοδα. Εάν, μάλιστα, τα π.χ. δύο ή τρία γκαρσόνια που συνολικά απασχολεί (αντί για 5 ή 6) έχουν υψηλό βαθμό εμπειρίας και ικανότητας, θα καταφέρουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… – να σώσουν τα προσχήματα της σχετικά ικανοποιητικής εξυπηρέτησης των πελατών.

Το επόμενο βήμα του ερευνητή θα ήταν λογικά να διερευνήσει μεθοδικά ποιο είναι το ακριβές βιωματικό φορτίο των επίμαχων όρων, κυρίως της «δημοσιονομικής πειθαρχίας», μέσα στο context όχι μόνον της γλώσσας, αλλά και της καθημερινής πρακτικής του πολιτισμού που τον κηρύττει. Και αν η κεντρική Ευρώπη φαντάζει κάπως μακριά, ιδίως για κάποιον που δεν μιλά την γερμανική γλώσσα, τότε η έρευνα μπορεί να γίνει εξίσου καλά και εδώ στην Ελλάδα. Τα γερμανικά ιδρύματα που βρίσκονται στην χώρα μας, όπως π.χ. το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, η Γερμανική Σχολή Αθηνών, το ινστιτούτο Goethe, προσφέρουν την δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο ερευνητή να μελετήσει το πώς αντιλαμβάνονται την σχέση ελλειμμάτων και δημοσιονομικής λιτότητας αυτοί που επιθυμούν να εξαγάγουν την δική τους αυτή αντίληψη και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Θα μπορούσε π.χ. κανείς να διερευνήσει την αναλογία εργασιών και προσωπικού και να διαπιστώσει πόσοι είναι οι εργαζόμενοι, που χάρη στην εμπειρία και την αναμφίβολα υψηλού επιπέδου, συστηματική κατάρτισή τους καταφέρνουν – ασθμαίνοντας μεν, αλλά ποιος νοιάζεται… –  να διατηρούν σε ικανοποιητικό επίπεδο την λειτουργία των ιδρυμάτων. Άλλες παράμετροι, όπως η πιθανότητα πως ό,τι στον έναν πολιτισμό θεωρείται το μεμονωμένο «μικρόβιο» του χρήματος (π.χ. η νοοτροπία ενός εργοδότη) στον άλλο αποτελεί αυτονόητη, διαρκή «πανδημία» ή το ενδεχόμενο αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως μέσον για την επίτευξη ενός στόχου (σφιχτά δημοσιονομικά), στον πολιτισμό προέλευσής του να αποτελεί ηθικό και ψυχολογικό αυτοσκοπό, ανήκουν προφανώς σε πιο προχωρημένες φάσεις της ίδιας έρευνας, που μάλλον κανείς δεν θα κάνει.

Θα μπορούσε κανείς να στοιχηματίσει άφοβα ότι οι περισσότεροι από τους εν Ελλάδι αναλυτές, οικονομολόγους ή και δημοσιογράφους, που σπεύδουν να προσχωρήσουν στην άποψη ότι «το πρόβλημα είναι τα ελλείμματα» και ότι «χρειαζόμαστε σφιχτή δημοσιονομική πολιτική», ενδεχομένως δεν γνωρίζουν καν σε ποιο σημείο της Αθήνας βρίσκονται τα ανωτέρω γερμανικά ιδρύματα. Και είναι λογικό. Η απλοϊκή γενίκευση, η επείσακτη ηθικολογία, η εσκεμμένη σύγχυση ανάμεσα στην καθημερινή «μικροοικονομική» σφαίρα και την διάσταση των (δια)κρατικών οικονομικών, το «πράσινο» και «κόκκινο φανάρι» στον σηματοδότη και οι «σχολικές εργασίες» του καλού μαθητή είναι πράγματα πολύ πιο εύκολα από την απροκατάληπτη επιστημονική έρευνα, την κριτική αμφισβήτηση των εκάστοτε θεσφάτων και τον έλεγχο της αυθεντίας του ισχυρού, ιδίως, μάλιστα, όταν πιστεύουμε ακράδαντα ότι πρέπει να «ανήκωμεν» και εμείς στην πλευρά του τελευταίου…

Προσχέδιο του 2012

Ιανουαρίου 2, 2012 2 Σχόλια

Όταν πριν ένα χρόνο ακουγόταν η ευχή «ευτυχισμένο το 2012», με την οποία εκφραζόταν η ματαιότητα οποιασδήποτε ευχής για το 2011, ήταν ήδη ξεκάθαρο ότι το έτος που μόλις τελείωσε θα ήταν για την χώρα ένα από τα χειρότερα των τελευταίων δεκαετιών. Πράγματι, με εξαίρεση ορισμένες παράλογες και παράταιρες φωνές, οι οποίες επί τη βάσει εξωπραγματικών ή και ευτράπελων επιχειρημάτων προσπάθησαν κατά καιρούς να καλλιεργήσουν ένα κλίμα ψευδαισθητικής αισιοδοξίας («Αρχές του 2012 θα βγούμε στις αγορές», «Θα τα καταφέρουμε», κλπ.), το μεγαλύτερο κομμάτι των Ελλήνων ήταν και είναι σε θέση να αντιληφθεί πόσο δραματική είναι η κατάσταση και πόσο δυσοίωνες οι προοπτικές για το άμεσο, τουλάχιστον, μέλλον.

Η Ελλάδα το 2011…

Μια απλή ματιά στις ειδικότερες και ευρύτερες πτυχές της κρίσης αρκεί για να καταδείξει το μέγεθος και τον πιθανώς αδιέξοδο χαρακτήρα του προβλήματος: το ελληνικό δημόσιο έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει για πέμπτη φορά στην σχετικά βραχεία ιστορία του, τώρα, όμως, όντας ενταγμένο σε ένα ευρύτερο, και ακόμα πιο χρεοκοπημένο ενιαίο νομισματικό και γενικότερα οικονομικό σύστημα. Ένα σύστημα, που κατέληξε να έχει οδηγήσει ισχυρά κράτη, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, στο χείλος της δικής τους οικονομικής καταστροφής, που επιστρατεύει φτωχές χώρες, όπως π.χ. η Εσθονία, για να συνεισφέρουν οικονομικά υπέρ της «σωτηρίας» άλλων, πολύ πλουσιοτέρων κρατών-μελών, και του οποίου οι σπιθαμιαίοι αξιωματούχοι κατάντησαν να παρακολουθούν με…κομμένη την ανάσα το ελληνικό απεργιακό δελτίο.

Παράλληλα, η ανεγκέφαλη και άνανδρη πολιτική ηγεσία της χώρας τα τελευταία δύο χρόνια προσέθεσε στην κρίση ενός δημοσίου ταμείου και αυτήν της διεθνούς εικόνας ενός ολόκληρου λαού. Στην θλιβερή εκστρατεία του αυτοδυσφήμισης της χώρας στο εξωτερικό, ο «Έλληνας της διασποράς», πρώην πρωθυπουργός Γ.Α.Π. δεν έλαβε υπόψη του ούτε καν τους ομοίους του, δηλαδή τους άλλους Έλληνες της διασποράς, κυρίως της ευρωπαϊκής. Συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ενεργοποίηση όλων των απαξιωτικών κλισέ που συνοδεύουν τους νότιους Ευρωπαίους σε βορειότερα πλάτη της ίδιας ηπείρου, εξέθεσε τους Έλληνες που κατοικούν εκεί σε μια ευρεία γκάμα ρατσιστικών συμπεριφορών, που χαρακτηρίζουν την «βαθιά» κουλτούρα τμημάτων του εκεί πληθυσμού. Την ίδια περίοδο, στην πρωτεύουσα της χώρας, την Αθήνα, ο συνδυασμός ανικανότητας, δόλιων συμφερόντων και σκοτεινών μικροκομματικών και παρακρατικών σκοπιμοτήτων άφηνε το κέντρο έρμαιο μιας εκτός ελέγχου παράνομης μετανάστευσης και εγκληματικότητας ή το μετέτρεπε σε πεδίο μάχης πολιτών με «κουκουλοφόρους» αφήνοντας πίσω νεκρούς, κατεστραμμένες περιουσίες και αποκρουστικές σκηνές που έκαναν διαρκώς τον γύρο του κόσμου.

Σε ακόμα μεγαλύτερη απαισιοδοξία οδηγεί η αναζήτηση κάποιου έστω παράγοντα που θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα σε μια πιο θετική κατεύθυνση. Με εξαίρεση τους πιο δογματικούς ή ρομαντικούς ευρωπαϊστές, γίνονται διαρκώς όλο και λιγότεροι αυτοί που πιστεύουν ότι θα ορθοποδήσουμε πατώντας πάνω στο σαθρό έρεισμα της ευρωζώνης, το παραδομένο στις εμμονές της ίδιας «βαθιάς» κουλτούρας που αναφέρθηκε πιο πάνω. Επιεικώς δυσπιστία προκαλούν πλέον και πολλά μέλη της ελληνικής πνευματικής, επιστημονικής και γενικώς διανοούμενης ελίτ, που κατά την διάρκεια της κρίσης όχι απλώς επέδειξαν σοβαρά μεθοδολογικά ελλείμματα στις αναλύσεις τους, όχι μόνον ελίτισαν ανεπίτρεπτα, αλλά στην συνήθως άκρατη και άκριτη δυτικόστροφη ματιά τους έδειξαν να μην υποψιάζονται καν ότι η γενίκευση, δηλαδή η αντίληψη ότι υπάρχουν π.χ. πολιτικές και οικονομικές αρχές ή συνταγές αυτονόητα κατάλληλες για όλους τους λαούς, είναι μόνον ένας από τους τρόπους προσέγγισης της πραγματικότητας. Σε μια χώρα, όπου τόσο η αναφερθείσα ελίτ όσο και όλα τα σκέλη του πολιτικού της φάσματος (δεξιά και αριστερά) έχουν εθιστεί στην ιδεολογική γενίκευση, δεν είναι π.χ. περίεργο ότι υπήρξαν άνθρωποι που «εξεπλάγησαν» ή «απογοητεύτηκαν» από την γερμανική στάση, η οποία πηγάζοντας από βαθύτερες, ιδιοσυγκρατικές πολιτισμικές ροπές δεν μπορεί να ερμηνευτεί εύκολα με όρους γενικευτικών πολιτικοοικονομικών θεωριών (πόσο μάλλον «κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού»). Και σε αυτή την χώρα ήταν επόμενο να έρθουν τελικά τρεις μάλλον μέτριοι ξένοι τεχνοκράτες, που κάνοντας ένα εσπευσμένο ποτ πουρί των συνταγών που είχαν ως τότε ήδη εφαρμόσει σε άλλες χώρες, έδωσαν την χαριστική βολή στην ελληνική οικονομία. Μια χαριστική βολή που προωθήθηκε, φυσικά, με ακόμα πιο δραστικό τρόπο από τις στρατηγικές εφαρμογής των μνημονίων εκ μέρους του πανικόβλητου κομματικού κράτους, το οποίο επιλέγοντας ανάμεσα στην δική του επιβίωση και αυτήν του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, επέλεξε φυσικά να αφήσει στο απυρόβλητο όλες τις σκανδαλωδώς διαπλεκόμενες με αυτό ομάδες.

Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο σκηνικό τι μπορεί να περιμένει κανείς από το 2012; Η απομάκρυνση από τον δημόσιο βίο μέσω των εκλογών (αν γίνουν) ενός μεγάλου μέρους των «δεινοσαύρων» εκείνων της πολιτικής, ιδίως των δύο μεγάλων κομμάτων και του ΛΑ.Ο.Σ., που έφεραν την χώρα ως εδώ, θα ήταν σίγουρα ένα βήμα προς τα εμπρός. Εντούτοις, ένα ακόμα πιο σημαντικό βήμα που θα μπορούσαμε να κάνουμε το νέο έτος είναι αυτό που επιτάσσει κάθε μεγάλη και βαθιά κρίση: να επανεξετάσουμε εξ αρχής όλα μας τα δεδομένα. Τα προβληματικά εκείνα στοιχεία της βασικής μας κρατικής και πολιτικής οργάνωσης, που μάθαμε να θεωρούμε αυτονόητα και να τα αναπαράγουμε σαν την «σκοπιά στο παγκάκι» του γνωστού ανεκδότου, και τα οποία δεν πρόκειται να διορθωθούν με απλές «διαρθρωτικές αλλαγές», όσο επιβεβλημένες και ωφέλιμες κι αν είναι κάποιες από τις τελευταίες.

Αν και λόγω της επικαιρότητας της κρίσης ξεκίνησε μερικούς μήνες πριν, το παρόν ιστολόγιο αποτελεί το συνοδευτικό μέρος ενός βιβλίου, το οποίο είναι προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει στο πρώτο μισό του νέου έτους από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Βασικό του θέμα είναι η αναζήτηση της «πρώτης αρχής του ελληνικού πολιτισμού», της προέλευσης, με άλλα λόγια, του πολιτισμού εκείνου που επρόκειτο να αναπτυχθεί στην νοτιοανατολική Ευρώπη έχοντας ως φορέα την ελληνική γλώσσα. Το πραγματικά ενδιαφέρον, όμως, στο ζήτημα αυτό είναι ότι η προέλευση της ελληνικής γλώσσας είναι αλληλένδετη με την προέλευση και μιας ολόκληρης σειράς άλλων γλωσσών, με τις οποίες η ελληνική συναπαρτίζει την λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Και οι καταβολές της τελευταίας αποτελούν τον πυρήνα ενός από τα πιο δισεπίλυτα προβλήματα στην ιστορία της επιστήμης: του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος, δηλαδή της διαλεύκανσης της προέλευσης, του μηχανισμού διασποράς, αλλά και του χρονικού βάθους (δηλ. της ηλικίας) των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Καθώς στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια ανήκουν οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, η προέλευση του ελληνικού πολιτισμού είναι, συνεπώς, άρρηκτα συνδεδεμένη με την προέλευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή, ίσως ορθότερα, των ευρωπαϊκών πολιτισμών. Το σημείο που το βιβλίο τελειώνει, δηλαδή η διατύπωση μιας νέας πρότασης λύσης του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος μέσω της διεξοδικής εξέτασης όλων των διαθεσίμων επιστημονικών δεδομένων, είναι το σημείο που αυτό το ιστολόγιο ουσιαστικά αρχίζει. Έχοντας εκθέσει συστηματικά τα στοιχεία που προκύπτουν από την μακροχρόνια και διεθνή διεπιστημονική έρευνα ιδίως του χρονικού βάθους των γλωσσών και της πορείας στον χρόνο των ευρωπαϊκών πολιτισμών, μια εντελώς νέα προσέγγιση των πραγμάτων θα είναι δυνατή. Αυτή θα αφορά όχι μόνον το απώτερο παρελθόν της Ελλάδας και της Ευρώπης, αλλά πιθανώς θα έχει και ορισμένες ανατρεπτικές προεκτάσεις για το παρόν και το μέλλον τους.

Είναι ακριβώς οι προεκτάσεις αυτές, που θα εκτίθενται σποραδικά μέσα από το παρόν ιστολόγιο, όπου στην πορεία του νέου έτους, τους μήνες που θα ακολουθήσουν την έκδοση του βιβλίου, θα είναι δυνατόν να παρουσιαστεί σταδιακά μια πρόταση επαναθεμελίωσης της κρατικής και πολιτικής δομής της χώρας πάνω σε βάσεις λίγο διαφορετικές από αυτές που μας οδήγησαν (και πάλι) ως εδώ. Μια νέα οπτική κατά το δυνατόν απροκατάληπτη από μια σειρά εδραιωμένων μύθων και επιστημονικά παρωχημένων παραδοχών, που βρίσκονται στην ρίζα της ελληνικής και ευρωπαϊκής χρεοκοπίας, την οποία βιώνουμε. Ιδίως ως προς την Ελλάδα, η πρόκληση που θέτει κάθε μεγάλη κρίση, δηλαδή η ριζική και θαρραλέα αναθεώρηση όλων των «δεδομένων» και «αυτονοήτων», είναι εν τέλει ίσως το μοναδικό πραγματικό φως στο τούνελ του παρόντος αδιεξόδου. Η μοναδική ελπίδα να σταθούμε ξανά στα πόδια μας όχι ως εθελόδουλη αποικία της όποιας «Δύσης» ή «Ανατολής», αλλά ως κράτος με αυτοδύναμο τρόπο σκέψης και δράσης, το οποίο θα επιτρέψει κάποια στιγμή στους διαπρεπείς εκπροσώπους των «διεθνών πολιτικών και οικονομικών θεσμών» να επιστρέψουν αμέριμνοι στα ειρηνικά τους χόμπι