Αρχική > Ανθρωπολογικά, Ελληνο/vs./Γερμανικά > Διαπολιτισμικός εγκυκλοπαιδισμός

Διαπολιτισμικός εγκυκλοπαιδισμός

Ζούμε σε μια εποχή έντονης εξειδίκευσης των επιστημών και γενικότερα των ανθρώπινων δρα­στηριοτήτων. Σε μια εποχή, που σε πολλές περιστάσεις έχουμε μάθει να εκτιμούμε, λιγότερο ή περισσότερο δικαιολογημένα, την εξειδικευμένη γνώση και να αντιμετωπίζουμε με επιφύλαξη την επιφανειακή κατάρτιση και τον κακώς εννοούμενο εγκυκλοπαιδισμό. Την τάση, δηλαδή, να αποφαίνεται κανείς ελαφρά τη καρδία για θέματα που χρήζουν βαθύτερης μελέτης βασισμένος απλώς στην επιφανειακή εικόνα που έχει από μια σειρά πραγμάτων. Όπως γνωρίζει, φυσικά, κάθε αρχαιο­λόγος, τόσο η επιφανειακή έρευνα (survey) όσο και η ανασκαφή έχουν την χρησι­μότητά τους. Προσφέρουν, όμως, απαντήσεις σε διαφορετικές ερωτήσεις. Και, δυστυχώς, υπάρχει στις μέρες μας ένα συγκεκριμένο πεδίο, όπου – χρησιμοποιώντας την μεταφορά των αρχαιολογικών μεθό­δων – αρκετοί συμπατριώτες μας (και όχι μόνο) θεωρούν ότι οι ερωτήσεις που απαντά μια ανα­σκαφή, μπορούν να απαντηθούν εφαρμόζοντας την μέθοδο του survey, και μάλιστα ούτε καν με την συστηματική της μορφή. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, αφού φορείς αυτής της τά­σης είναι πολύ συχνά νέοι επιστήμονες, δηλαδή άνθρωποι της εξειδίκευσης. Και το πεδίο, στο οποίο αναφερόμαστε, είναι οι εμπειρίες από την κουλτούρα ξένων λαών.

Τις τελευταίες δεκαετίες ένας μεγάλος αριθμός νέων κυρίως Ελλήνων έχει περάσει ένα διάστημα της επιστημονικής του εκπαίδευσης στο εξωτερικό. Σαν αποτέλεσμα, έχει έρθει σε επαφή με τον τρόπο ζωής σε χώρες του δυτικού κόσμου και έχει περάσει κάποιο χρόνο με τους κατοίκους τους. Αναπόφευκτα, έχει συλ­λέξει έναν αριθμό εμπειριών, οι οποίες συχνά του δημιουργούν την εντύπωση ότι έχει πλέον γνωρίσει σε επαρκή βαθμό τα ήθη, τις νοοτροπίες και την ιδιοσυγκρα­σία των εκάστοτε άλλων λαών. Κι όμως, ενίοτε παρατηρείται το φαινόμενο, άνθρωποι που έχουν ζήσει σε παρόμοιο ξένο περιβάλλον να έχουν καταλήξει σε ριζικά διαφορετικά συμπερά­σματα. Ιδίως το γερμανόφωνο περιβάλλον της κεντρικής Ευρώπης φαίνεται ότι έχει προσληφθεί ως τώρα με εκ διαμέτρου αντί­θετο τρόπο από αρκετούς Έλληνες. Πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο; Είναι αποτέλεσμα δια­φορετι­κής ατομικής ικανότητας αντίληψης του κοινωνικού περιβάλλοντος; Ή μήπως υπάρχουν στο ζή­τημα κάποιες άλλες παράμετροι που πρέπει κάποια στιγμή να επισημάνουμε; Για να το θέσουμε διαφορετικά: τι χρόνος, τι πλαίσιο και τι διαδικασίες ή συνθήκες χρειάζονται προκειμέ­νου να μπορεί κανείς να διατηρεί την βεβαιότητα ότι έχει σχηματίσει μια αντιπροσωπευτική ει­κόνα της βαθύτερης κουλτούρας του ξένου λαού;

Καταρχάς, κάτι το οποίο δεν συνειδητοποιείται επαρκώς είναι ότι η μελέτη των ηθών, της ιδιοσυγκρασίας και της κοσμοαντίληψης συγκεκριμένων ανθρώπινων ομάδων αποτελεί προ πολλού ξεχωριστή επιστήμη. Λέγεται πολιτιστική ανθρωπολογία ή εθνολογία. Και, όπως κάθε επιστήμη, έχει κι αυτή τις μεθόδους της. Ένας εθνολόγος θα περάσει συνήθως ένα χρονικό διάστημα μαζί με την ομάδα ανθρώπων (συνήθως εκτός του ανεπτυγμέ­νου, δυτικού πολιτισμού), την οποία επιθυμεί να μελετήσει. Θα ζήσει μαζί της, όχι για να μάθει μια τέχνη (π.χ. παραδοσιακή καλαθοπλεκτική) και μετά να φύγει, αλλά με σκοπό την μελέτη της κουλτούρας της. Αυτό δεν αποκλείει, φυσικά, ότι και κάποιος άλλος, ο οποίος έζησε για ένα διάστημα με την ίδια ομάδα για διαφορετικό, όμως, λόγο (π.χ. για να μάθει καλαθοπλεκτική), συνέλεξε «ακουσίως» μερικά από τα ίδια εμπειρικά δεδομένα που κατέγραψε και ο εθνολόγος. Οι δικές του παρατηρήσεις, όμως, δεν θα έχουν τον συστηματικό χαρακτήρα που έχουν αυτές του επιστήμονα, άρα δεν θα υπόσχονται και εξίσου αξιόπιστα συμπεράσματα.

Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς: μα καλά, πού είναι η αναλογία; Οι περισσότεροι νέοι Έλληνες που φεύγουν στο εξωτερικό δεν βρίσκονται στην θέση του εθνολόγου, αλλά μάλλον σε αυτή του σπουδαστή της εκάστοτε «καλαθοπλεκτικής». Όντως. Μόνο που σε μερικές περιπτώσεις τα πράγματα έρχονται έτσι, ώστε κάποιοι να περιέλθουν τελικά στην ερευνητική αφετηρία του εθνολόγου και ασυνείδητα να κάνουν την δουλειά του. Ποιες είναι οι συνθήκες που οδηγούν σε μια τέτοια εξέλιξη;

Ως γνωστόν, ο έρωτας είναι τυφλός...

α) Η δυνατότητα πραγματικής σύγκρισης. Για να συγκρίνει κανείς την δική του κουλτούρα με κάποια άλλη, πρέπει ο ίδιος πρώτα να είναι ώριμος φορέας της…δικής του κουλτούρας. Όσο αυτο­νόητο κι αν ακούγεται, κάτι τέτοιο δεν ισχύει πάντοτε σε περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν φύ­γει από την πατρίδα τους πολύ νέοι (π.χ. με το που τέλειωσαν το σχολείο ή και νωρί­τερα) ή έχουν μεγαλώσει σε πολιτιστικά μεικτό περιβάλλον με μια ενίοτε επιφανειακή μόνο, φολκλορικού τύπου πρόσληψη των διαφορετικών πολιτι­σμών.

β) Το πρίσμα της μονιμότητας. Κάποιοι πηγαίνουν στο εξωτερικό ξέροντας ότι θα γυρίσουν στην Ελλάδα. Δεν έχουν την πρόθεση να μείνουν στην ξένη χώρα πέρα από όσο θα χρειαστεί για να ολοκληρώσουν τον συγκεκριμένο σκοπό τους (π.χ. MA, PhD). Αντιθέτως, υπάρχουν άλ­λοι που από την πρώτη στιγμή θέλουν να διερευνήσουν την προοπτική μιας μονι­μότερης παρα­μονής στον ξένο τόπο. Σαν αποτέλεσμα, λογικά σκεπτόμενοι, μαθαίνουν όσο το δυνατόν καλύτερα την ξένη γλώσσα, επιζητούν την επαφή με τους κατοίκους της χώρας και οι εμπειρίες τους μαζί τους συλλέγονται και αξιολογούνται υπό το πρίσμα της πιθα­νής, μόνιμης αναστροφής με αυτούς. Ο συνειδητός και σχεδόν συστηματικός χα­ρακτήρας της συλλογής των εμπειρικών δεδομένων σε αυτή την περίπτωση δημιουργεί μια εμ­φανή αναλογία με την δουλειά του εθνολόγου.

γ) Η μακροχρόνια παραμονή. Κάποιος που έχει ζήσει λίγο σε πολλές χώρες και κάποιος άλλος που έχει ζήσει πολύ σε λίγες δεν έχουν τις ίδιες πιθανότητες να καταλήξουν σε αξιόπιστα συ­μπεράσματα περί της κουλτού­ρας των εν λόγω χωρών. Περισσότερες πιθανότητες έχει σαφώς η δεύτερη κατηγορία ανθρώ­πων. Αν και είναι δύσκολο να ορίσει κανείς έναν συγκεκριμένο χρόνο, μια κατά το δυνατόν συ­νεχής παραμονή σε έναν ξένο τόπο για τουλάχιστον 3-4 χρόνια είναι, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα σημεία, απαραίτητη για να διαμορφώσει κανείς μια κάπως έγκυρη εικόνα κά­ποιων πραγμάτων.

δ) Ο συνδυασμός όλων των ανωτέρω σημείων είναι ίσως ο μόνος που μπορεί να διαλύσει έναν καθοριστικής σημασίας παραμορφωτικό φακό που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε εμάς και στον ξένο πολιτισμό: τις πανίσχυρες προκαταλήψεις μας. Αρκετοί Έλληνες π.χ. που φεύγουν στην κεντρική και δυτική Ευρώπη κουβαλούν στις βαλίτσες τους την βαθιά ριζωμένη παραδοχή ότι υπάρχει ένας ενιαίος ευρωπαϊκός πολιτισμός, και ότι εμείς «ανήκωμεν» σε αυτόν. Ως αποτέ­λε­σμα θεωρούν ότι επισκέπτονται απλώς τις πιο ανεπτυγμένες ή βελτιωμένες εκδοχές του ίδιου πολιτισμού. Με άλλα λόγια, πηγαίνουν σε «Ελλάδες» με οργανωμένο κράτος, καλύτερη οικονο­μία, ανώτερη νοοτροπία των πολιτών, κ.ο.κ. Σε χώρες, όπου συχνά νιώθουν ότι πρέπει να «αναβαπτισθούν» πολιτισμικά αυτομαστιγωνόμενοι ευχαρίστως ενώπιον των ξένων ή αρχικά σπεύδουν να δικαιολογούν τα όποια κακώς κείμενα της ξένης χώρας πιο γεναιόδωρα από ό,τι κι οι ίδιοι οι κάτοικοί της. Προφανώς ξέ­ρουν και βλέπουν ότι υπάρχουν και κάποιες διαφορές μεταξύ των Ευρωπαίων (δεν πίνουν όλοι φραπέ, κάποιοι είναι λίγο πιο «ψυχροί» από άλλους, μερικοί πίνουν πιο πολύ αλκοόλ, κλπ.), όμως ως εκεί. Αν ο παραμορφωτικός φακός δεν σπάσει ή ωσότου σπάσει, το «δεδομένο» στην ρίζα της προκατάληψης θα καταλήξει να επανεπιβεβαιώ­νεται «ανεξάρτητα» στο πλαίσιο ενός χαρακτηριστικού κυκλικού συλλογισμού. Αν, δηλαδή, υπάρχει κοινός ευρωπαϊκός πολιτισμός, τότε η ελληνική κακοδαιμονία δεν οφείλεται σε τίποτα άλλο παρά στις αποκλίσεις (π.χ. λάθος νοοτροπίες) των Ελλήνων από τον «κανόνα», η ύπαρξη του οποίου επαναβεβαιώνεται έτσι κυ­κλικά εδραιώνοντας ακόμη περισσότερο την αρχική προκατάληψη.

Εάν οι ανωτέρω παρατηρήσεις έχουν κάποια βάση, τότε αναδεικνύουν ίσως ότι σε μια εποχή έντονης εξειδίκευσης της ανθρώπινης γνώσης ένα μείζον θέμα, όπως η σχέση της Ελλάδας (και της κάθε Ελλάδας) με άλλους λαούς της Ευρώπης, μπορεί ανύποπτα να καταλήξει να συζητεί­ται με όρους κακώς εννοούμενου διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού, ανάμεικτου, μάλιστα, με μια ισχυρή δόση προκαταλήψεων. Συνεπώς είναι σημαντικό, ιδίως στην κρίσιμη φάση που δια­νύουμε, να αναρωτηθούμε πόσο πραγματικά καλά γνωρίζουμε τους διαφόρους «εταίρους», με τους οποίους (επιθυμούμε να) συνταυτιζόμαστε. Και, γιατί όχι, για πρώτη φορά να διερευνήσουμε, εφαρμό­ζοντας το «φίλτρο» των ανωτέρω ενδεικτικών σημείων, πόσο καλά τους γνώριζαν και διάφοροι επιφανείς εκ­πρόσωποι της ευρωπαΐζουσας πολιτικής και πνευματικής ελίτ στην Ελλάδα, από τον Ε. Βενιζέλο και τον Κ. Καραμανλή ως τον Α. Κοραή και τον Π. Καννελόπουλο. Και ίσως τότε αρχίσουμε να βλέπουμε με λίγο διαφορετικό μάτι την αξιοπιστία των πληροφοριών που κομίζει κάθε ένας, ο οποίος «πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον [οὐκ] ἔγνω»…

  1. Feta Compli
    Δεκεμβρίου 6, 2011 στο 01:31

    Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την ανάρτηση που περιγράφει με μεγίστη ακρίβεια ένα πολύ οικείο μηχανισμό ψυχολογικής εξισορρόπησης για Έλληνες που έφυγαν για συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες με την προοπτική μόνιμης εγκατάστασης και όχι με την «καβάντζα» της (αυτοχορηγούμενης) ευχέρειας μετακίνησης σε έτερο περιβάλλον/άλλη χώρα. Είναι επίσης σαφές ότι η αποδόμηση ή όπως αλλιώς επιλέξει κανείς να το ονομάσει, αυτού του μηχανισμού απαιτεί στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων χρόνο, και μάλιστα ικανό, όπως άλλωστε και αναφέρεται στο κείμενο.

    Εχοντας βιωσει προσωπικά τα ανωτέρω περιγραφόμενα εκπλήσσομαι θετικά από την απροκατάληπτη στάση του αναρτήσαντος, πολλώ δε μάλλον έχοντας αναγνώσει ο ίδιος ολόκληρη την σχετική συζήτηση, στην οποία παραπέμπει ο σύνδεσμος στο σώμα της παρούσας ανάρτησης και την ανάγνωση της οποίας συνιστώ ανεπιφυλάκτως (το μεθοδολογικά και προφανώς και πολιτικά ορθό στην συγκεκριμένη περίπτωση θα ήταν να προβώ σε σχολιασμό των απόψεων που εκφέρονται εκεί στην οικεία σελίδα (περί, μεταξύ άλλων, της δημιουργίας ποδοσφαιρικής ενδεκάδας της Ε.Ε., περί (στο πλαίσιο αναφοράς ειδικότερα στην Γερμανία – τα κατωτέρω μπορούν να ισχύσουν, προφανώς mutatis mutandis, και στις περιπτώσεις άλλων, κυρίως βορειοευρωπαϊκών χωρών) της αναντιστοιχίας μεταξύ των γερμανικών εφημερίδων και της γερμανικής κοινής γνώμης, περί της διαφοροποίησης μεταξύ των γερμανικών εφημερίδων, περί της «εγγύτητας» που μπορεί να νιώθουν ευρωπαίοι μεταξυ τους όταν βρίσκονται σε περιβάλλον ανωτάτης εκπαίδευσης σε χώρες του πρώτου κόσμου εκτός Ευρώπης), εγχείρημα που όμως θα ήταν καταδικασμένο εξ αρχής ως ατελέσφορο, στο μέτρο που θα αναζωπύρωνε ένα διάλογο ιδιαιτέρως χρονοβόρο και, το κυριότερο, αδιέξοδο, περιοριζόμενο στην καλύτερη των περιπτώσεων να διολισθήσει σε επίπεδο προσωπικό, με αντιπαράθεση προσωπικών εμπειριών κλπ., το οποίο ομολογώ ότι δεν με θέλγει ιδιαιτέρως ως προοπτική. Ας λεχθεί απλώς εν τάχει – και χάριν της συνάφειας με το περιεχόμενο της παρούσας ανάρτησης – ότι είναι δυσκολοχώνευτα επιχειρήματα που αγνοούν με τόσο εμφατικό τρόπο την πραγματικότητα στις υπό συζήτηση χώρες, πολύ περισσότερο δε στην [εκάστοτε] Γερμανία: Το πρόβλημα δεν είναι λ.χ. αν η Bild διακρίνεται εμφανώς από την FAZ (διατηρώ πλέον και για αυτό τις αμφιβολίες μου), αλλά 1) πόσοι είναι οι αναγνώστες της πρώτης, τόσο σε απόλυτο αριθμό όσο και σε αναλογία προς το εν συνόλω αναγνωστικό κοινό στην Γερμανία, 2) πόσο λαμβάνεται υπ΄ όψιν η εν λόγω εφημερίδα από τους ασκούντες εξουσία στην Γερμανία (η Bild παρουσιάζεται από όλους στην Γερμανία ως η εφημερίδα που ανοίγουν πρώτη το πρωί κάθε ημέρας οι μεγάλοι μάνατζερ, κρατικοί αξιωματούχοι κλπ., «ώστε να αφουγκρασθούν τον σφυγμό της κοινής γνώμης») και 3) (και κατά την προσωπική μου γνώμη σημαντικότερο) τί γράφουν στα σχόλιά τους, και στην συντριπτική πλειοψηφία τους οι αναγνώστες της FAZ που είναι, υποτίθεται, και το πεφωτισμένο αναγνωστικό κοινό. Η ανάπτυξη περαιτέρω επιχειρημάτων και οι απαντήσεις και ανταπαντήσεις θα συνεχίζονταν στο διηνεκές, πράγμα που σκόπιμο είναι να αποφευχθεί και για το παρόν σχόλιο. Ας κλείσω συνεπώς την παρεκβαση εδώ περιοριζόμενος στο να παρατηρήσω ότι η δική μου απορία σε σχέση με αρκετά σχόλια που επιχειρούν να αποδώσουν πτυχές της καθημερινότητας στην Γερμανία (όπου και διεβίωσα επί ικανό αριθμό ετών) δεν αφορά ιπτάμενους δίσκους, αλλά μάλλον από ποιον Γαλαξία προέρχονται εκείνοι που τα εξωτερικεύουν – πρόκειται για ειλικρινή απορία και όχι σχόλιο ad hominem/homines. Περαιτέρω μου προκαλεί εντύπωση πώς άνθρωποι που υποτίθεται γνωρίζουν από κοντά την ζωή στην Γερμανία δεν παραθέτουν ούτε ένα (1) σύνδεσμο που να (φαίνεται τουλάχιστον ότι) υποστηρίζει τα λεγόμενά τους, ενώ, όταν προκύπτει κάποιο lapsus σε γλώσσα διαφορετική της ελληνικής, διανθίζουν τα σχόλια και παραδείγματά τους με όρους δανεισμένους από την αγγλική γλώσσα και μόνο και ποτέ από την γερμανική – προφανώς αυτό δεν αίρει την Gültigkeit (ή validity, αν προτιμάτε) των εν λόγω επιχειρημάτων, απλά και πάλι με ξενίζει (και πάλι χωρίς καμία προσωπική αιχμή). Και εν κατακλείδι, αμφιβάλλω για το κατά πόσον μπορεί κανείς να γενικεύσει τις προσωπικές του εμπειρίες με Γερμανούς ή άλλους ευρωπαίους φίλους σε ένα περιβάλλον τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις Η.Π.Α: και εγώ αν ήμουν στην Αμερική σε κάποιο πανεπιστήμιο συμφοιτητής με τον γιο του Αρχικαννιβάλου νησιωτικής χώρας του Ειρηνικού, πιθανότατα θα σχημάτιζα τις καλύτερες των εντυπώσεων για την εν λόγω χώρα – αυτό δεν σημαίνει όμως ότι μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως αν πήγαινα εκεί μη συστημένος δεν θα με έτρωγαν (και πάλι ελπίζω να μην σταθούμε παραπάνω από όσο πρέπει στο συγκεκριμένο παράδειγμα – αν και, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι με τους καννιβάλους, πρέπει να τονισθεί ότι αυτοί τουλάχιστον κατά πάσα πιθανότητα θα κέρναγαν κανένα κοψίδι από τα παϊδάκια μου στους τυχόν επισκέπτες τους, χωρίς μάλιστα να τους ζητήσουν να συνεισφέρουν στα έξοδα)).
    Ομολογώ συνεπώς ότι πολύ μεγαλύτερη έκπληξη θα ένιωθα αν η ανάπτυξη του θέματος της ανάρτησης μπορούσε (σε οποιαδήποτε χώρα ίσως, πόσω μάλλον στην Ελλάδα) να προσληφθεί με όρους ετέρους των βιωματικών. Αλλά – και εικάζων ότι ενδεχομένως διατρέχω τον κίνδυνο να θεωρηθώ θιασώτης εθνοκεντρικών και άλλων τινων εμμονών – ας σπεύσω να διευκρινίσω ως γνήσιος αρχαιολάγνος Übergrieche: Dum spiro spero…

  2. kt
    Δεκεμβρίου 6, 2011 στο 04:58

    Εκφράζονται για άλλη μια φορά σε αυτό το κείμενο ενδιαφέρουσες σκέψεις και επισημαίνονται αλήθειες. Θα ήθελα να συμβάλω κάπως, σχολιάζοντας και εκφράζοντας τον δικό μου -εντός και εκτός θέματος, αλλά ελπίζω επι τα αυτά ζητούμενα!- προβληματισμό.

    Οι αλήθειες αυτές έχουν ξεχαστεί, παραγνωριστεί η –ας μου επιτραπεί η φράση- και «κουκουλωθεί» από κάτι εγχώριους Νεοέλληνες «φραγκολεβαντίνους», που επειδή έζησαν κάποια χρόνια στο εξωτερικό και μίλησαν κάπως τη γλώσσα εκεί (χωρίς ποτέ να γίνουν αυτό που νόμισαν ότι έγιναν), αισθάνονται πρόωρα «πολίτες του κόσμου» και εκφέρουν άποψη για πολιτισμούς, για τους οποίους ουδεμία βαθύτερη γνώση έχουν. Στην πραγματικότητα –πολλές φορές, αν και όχι πάντα!- οι φραγκολεβαντίνοι αυτοί είναι το ακριβώς αντίστροφο από «κοσμοπολίτες»: είναι απλοί μιμητές ξένων συνηθειών, χωρίς βαθιές ρίζες στην δική τους γλώσσα, στον δικό τους πολιτισμό, στην δική τους παράδοση, στα δικά τους «ήθη», στα δικά τους «έθιμα». Είναι απλοί «θαυμαστές του ξένου», με μια ενδόμυχη, συνήθως συμπλεγματική ψυχολογική τάση, να «ξεχωρίσουν από το εγχώριο», από το «ντόπιο», από αυτό που είτε τους πλήγωσε, είτε τους στενοχώρησε, είτε τους τραυμάτισε ψυχικά, είτε τους «αδίκησε» είτε τους «περιθωριοποίησε» είτε, χίλια είτε…(αποθαρρύνοντάς τους έτσι από το να το γνωρίσουν ως συμπαγή «πολιτισμό», στην πληρότητά του, με κάποια δάνεια, αλλά και πολλά αυτόχθονα στοιχεία)… Πολλές φορές έχουν δίκιο που θέλουν να «ρίξουν μαύρη πέτρα» στην ελληνική κακοδαιμονία και να γλιτώσουν από αυτή. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουν να το κάνουν (πρόκριση μιας δήθεν «ανωτερότητας» ξένων πολιτισμών, τους οποίους καθόλου βαθιά και καλά δεν γνωρίζουν!) θυμίζει τον τρόπο πληγωμένης ερωμένης που εκδικείται τον άπιστο εραστή της, διαλέγοντας νέο και προβάλλοντας τις αρετές του τελευταίου σε όλο τον κόσμο, χωρίς καλά-καλά να γνωρίζει τί καπνό φουμάρει..

    Έχω και παλιότερα υποστηρίξει ότι η ψυχολογική-ψυχαναλυτική προσέγγιση του «διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού» (που ουδεμία σχέση έχει με τον καλώς εννοούμενο και πάντοτε επιθυμητό «κοσμοπολιτισμό» -και αυτό πρέπει να σημειωθεί με έμφαση!) είναι η καταλληλότερη για να κατανοηθεί το φαινόμενο. Στο μέτρο που στο κείμενο, βλέπω νύξεις μιας τέτοιας προσέγγισης, συμφωνώ απολύτως με τις απόψεις του συγγραφέα, επισημαίνοντας βέβαια και τον ελλοχεύοντα κίνδυνο να φτάσει κανείς στο άλλο άκρο: Αποφεύγοντας τον διαπολιτισμικό εγκυκλοπαιδισμό να γίνει κλειστοφοβικός εθνοτοπικιστής παλαιάς κοπής, που κόβει κάθε γέφυρα με τον έξω κόσμο, χάριν μιας δήθεν δυνατής πολιτισμικής αυτάρκειας, που τόσο ιστορικώς, όσο βέβαια και στις σημερινές συνθήκες «παγκοσμιοποίησης» είναι αδύνατον να υπάρξει.

    Προτείνω δε, σε όλους τους φραγκολεβαντίνους νέους επιστήμονες της Ελλάδας (και είναι πολλοί αυτοί είτε φύγανε από ανάγκη είτε από γούστο), να έχουν στο μυαλό τους την εξής αναλογία, που πάντοτε έφερνα στο μυαλό μου ο ίδιος, όσο ήμουν στην Γερμανία παλιά και μιλούσα τα γερμανικά (και σας πληροφορώ, ότι τα μιλούσα αρκετά καλά): Σκεφτόμουν λοιπόν πάντα –και όχι απο έλλειψη αυτοπεποίθησης, διέθετα πάντοτε αρκετή τέτοια!- ότι στ’ αυτιά και τα μάτια ενός native speaker της γερμανικής (της αγγλικής, γαλλικής κ.λπ.), οι όποιες γλωσσικές μου πράξεις ως αλλοδαπού (συμπεριλαμβανομένων των κινήσεων, των εκφράσεων, των παραγλωσσικών στοιχείων ομιλίας μου κ.λπ) είναι πάρα πολύ πιθανόν να έφερναν στο μυαλό του αντίστοιχη εικόνα με εκείνη που κι εγώ σχηματίζω –αθέλητα αλλά αναγκαστικά- όταν βλέπω στην Ελλάδα τον συμπαθέστατο Πακιστανό, Αλβανό, Σλάβο κ.λπ. μετανάστη στο δρόμο, το Πανεπιστήμιο ή το διπλανό μου διαμέρισμα, να με καλημερίζει σε σπαστά ελληνικά.

    Υπάρχει άραγε κάποιος που καταφέρνει να ξεπερνά με τόσο «γνήσιο», αυθόρμητο και ολοκληρωτικό τρόπο αυτή την πολιτισμική-εθνολογική-ανθρωπολογική διαφορά ή και άλλες, παρόμοιες, που εμφανίζονται διαρκώς στην καθημερινότητά του; Η ερώτηση είναι μάλλον ρητορική. Και η απάντηση είναι: Ναι, υπάρχει! Είναι ο κάθε «διαπολιτισμικός εγκυκλοπαιδιστής», που παραβλέπει αυτή τη διαφορά, από άγνοια και βέβαια, μόνο όταν πρόκειται για τον εαυτό του…

  3. Δεκεμβρίου 6, 2011 στο 15:45

    Feta Compli,

    Aπλά απολαυστικό το σχόλιο! Ιδίως για όσους το προσλάβουν υπό το πρίσμα των βιωματικών τους συνειρμών…Και βεβαίως, υπογραμμίζεις εξαιρετικά ότι η άλλη άποψη στο εν λόγω θέμα (όπως π.χ. εκφράστηκε στη συζήτηση που παραπέμπει ο σύνδεσμος στην ανάρτηση) συνήθως δεν παρουσιάζει κανένα στοιχείο που να προδίδει την διάθεση για μια πιο θετικιστική αν θες, διερεύνηση των φαινομένων, όπως αυτή που επιχειρείς με το παράδειγμα των δύο γερμανικών εφημερίδων (Bild και FAZ). Μάλλον διότι η διάθεση αυτή απλώς δεν υπάρχει, αφού μπορεί να οδηγήσει στην αμφισβήτηση διαφόρων θεσφάτων…

    kt,

    Το παράδειγμα των γλωσσικών πράξεων που φέρνεις και του πώς αυτές προσλαμβάνονται από τον γηγενή ομιλητή της εκάστοτε γλώσσας είναι άκρως διαφωτιστικό, καθώς μάλιστα στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη η εντύπωση που έχουν αρκετοί γηγενείς για τους Έλληνες, ακόμη και πριν αυτοί μιλήσουν, ούτως ή άλλως παραπέμπει σε αυτή που έχουμε εμείς περί των Πακιστανών και άλλων συμπαθών αλλοδαπών από χώρες (που θεωρούμε) λιγότερο ανεπτυγμένες από την δική μας…Εκτός αυτού, συμφωνώ απόλυτα ότι ο διαπολιτισμικός εγκυκλοπαιδισμός, όπως ορίζεται στην συνάφεια της συγκεκριμένης ανάρτησης, σίγουρα (πρέπει να) διαχωρίζεται από τον θετικώς εννοούμενο και πάντοτε πολύτιμο κοσμοπολιτισμό. Όπως παρατηρείς ορθά, ο δεύτερος έχει ως προϋπόθεση την βαθιά γνώση της εκάστοτε δικής μας κουλτούρας, και είναι συνήθως ανεπηρέαστος από προκαταλήψεις και αναζητήσεις σχετιζόμενες με φαινόμενα, όπως π.χ. οι τάσεις φυγής από την ελληνική κακοδαιμονία. Για να το πω διαφορετικά, όπως ακριβώς και κάθε άλλος εγκυκλοπαιδισμός, έτσι και ο διαπολιτισμικός μπορεί να προσφέρει χρήσιμες απαντήσεις σε ερωτήσεις κατά βάσιν εγκυκλοπαιδικής φύσεως. Όταν, όμως, οι ερωτήσεις που τίθενται προϋποθέτουν μια κάποια εξειδίκευση των πραγμάτων, τότε χρειαζόμαστε απλώς διαφορετική μέθοδο. Και κάποιοι φίλοι μας ιδίως στην κεντρική Ευρώπη, που έχουν μια (θετικώς εννοούμενη) αυστηρή αναστροφή με την έννοια «μέθοδο», δεν νομίζω ότι θα διαφωνούσαν ιδιαίτερα σε αυτό. Απλώς φαίνεται ότι για άλλη μια φορά τινες εξ ημών δεν τους μιμούμαστε σωστά…

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: