Αρχείο

Archive for Δεκέμβριος 2011

Ο Πόλεμος των (ευρωπαϊκών) Κόσμων

Δεκέμβριος 18, 2011 4 Σχόλια

Κάθε αξιολόγηση είναι πάντοτε το αποτέλεσμα σύγκρισης. Σύγκρισης του αξιολογούμενου με κάτι άλλο, το οποίο αποτελεί το μέτρο για την σύγκριση αυτή. Κατά συνέπεια, είναι πάντοτε χρήσιμο να μην ξεχνά κανείς ότι το εκάστοτε μέτρο μετρά συγκεκριμένα πράγματα: με το κιλό με­τράμε το βάρος, με το λίτρο τον όγκο και το βάρος, με το στρέμμα την επιφάνεια, με το χιλιόμε­τρο το μήκος, κ.ο.κ. Το να αποπειραθεί κανείς να χρησιμοποιήσει μία μόνον μονάδα μέ­τρησης, π.χ. το λίτρο, για να μετρήσει τα πάντα, θα οδηγούσε σε μάλλον προβληματικές ή ίσως και ευ­τράπελες καταστάσεις.

Κι όμως, με αφορμή την ελληνική κρίση και αυτήν της ευρωζώνης το φαινόμενο της σουρεαλι­στικής γενίκευσης στην χρήση ενός και μοναδικού μέτρου σύγκρισης όχι απλώς έχει κάνει την εμφάνισή του, αλλά μοιάζει να κυριαρχεί κιόλας στην Ευρώπη. Από θέση ηγεμονικής ισχύος, αυτήν που προ καιρού χαρακτηρίσαμε ως αυτοκρατορία της Εμμονής, ο γερμανόφωνος πολιτι­σμός της κεντρικής Ευρώπης προσπαθεί να επιβάλλει το ένα και μοναδικό του μέτρο σύγκρισης, την δική του υπέρτατη αξία, ως την βάση για την αξιολόγηση της συνολικής υπόστασης ολό­κληρων λαών. Και το δικό του αυτό μέτρο δεν είναι άλλο από την σχέση ανθρώπου και χρήμα­τος. Η κατά την αντίληψη του εν λόγω πολιτισμού υπευθυνότητα ή ανευθυνότητα στην διαχεί­ριση του χρήματος, η φειδώ ή η σπατάλη, η αποταμίευση (Sparen) ή η άσκοπη δαπάνη αποτε­λούν το κύριο πρίσμα, υπό το οποίο αξιολογείται η ανθρώπινη οντότητα στην κεντρική Ευρώπη. Παράλληλα, η ίδια η γερμανική ηγεσία δεν έχει πρόβλημα να επιβεβαιώνει δημοσίως – σε πείσμα των Ελλήνων υπερμάχων του «κοινού» ευρωπαϊκού πνεύματος και οράματος – ότι αυτό που επιθυμεί να εγκαθιδρύσει στην Ευρώπη δεν είναι απλώς μια άλλη άποψη ή πολιτική, αλλά ένας πολιτισμόςStabilitäts- und Wachstumskultur»).

Θα αναρωτηθεί κανείς: και είναι τόσο κακό αυτό; Γιατί είναι αρνητικό το να επικρίνει κανείς την απουσία τάσεων λιτότητας και φειδούς σε ό,τι έχει να κάνει με τα χρήματα; Η απάντηση είναι ότι, αν κανείς επιθυμεί να υιοθετήσει το εν λόγω κριτήριο ως την κύρια βάση αξιολόγησης ενός ανθρώπου ή ενός λαού, τότε πρέπει να έχει υπόψιν του και τι αυτό δεν μετράει. Και ο καλύτερος τρόπος να γίνει αυτό αντιληπτό είναι με ένα παράδειγμα.

Ας φανταστούμε μια διαφορετική Ενωμένη Ευρώπη. Μια Ευρώπη, όπου τους όρους, τα μνημό­νια και εν γένει τους κανόνες δεν θα τους θέτει ο γερμανικός πολιτισμός, αλλά αυτός της Μεσο­γείου, π.χ. της Ιταλίας, κατά προτί­μηση της νότιας, ή της Ελλάδας. Σε αυτή την περίπτωση ο γερμανικός πληθυσμός της κεντρικής Ευρώπης θα μπορούσε να κληθεί να υλοποιήσει ένα «φι­λόδοξο» πρόγραμμα πολιτιστικής «προσαρμογής» ή «εξυγίανσης». Αυτό θα ήταν δυνατό να πε­ριλαμβάνει μέτρα όπως: την αύξηση στα 25 χρόνια του ορίου ηλικίας που τα παιδιά θα δικαι­ού­νται οικονομική υποστήριξη από τους γο­νείς τους, την προσκόμιση τουλάχιστον 5 αποδεί­ξεων ετησίως, όπου θα αποδεικνύεται ότι κά­ποιος έχει κάνει το τραπέζι σε 7-8 άλλα πρό­σωπα κατ΄ ελάχιστον την φορά, την προσκόμιση τουλάχιστον 5 απο­δείξεων ετησίως από αγορές παιδικών δώρων άνω των 10 ευρώ εκ μέρους όσων έχουν εγγόνια ή βαφτιστήρια, την αναγκαστική ανταπόδοση από την πλευρά του Κεντροευρωπαίου φορολογουμένου των κερασμάτων ή δώρων που έχει δεχθεί από νοτιότερους Συνευρωπαίους έστω σε αναλογία 1:3, την εξακρίβωση μέσω αποδείξεων ότι κάθε Γερμανός καταναλωτής έχει αγοράσει κάθε έτος περισσότερα γερμανικά προϊοντα από ό,τι ένας Ιταλός ή Έλληνας, την πιστοποίηση (μέσω ενός νέου και επανα­στατι­κού συστήματος μηχανογράφησης) ότι οι δια­προσωπικές επιβραβεύσεις είναι κατ΄ έτος περισ­σότερες από τις ηθικιστικές επικρίσεις ή την τεκ­μηρίωση μέσω του αρχείου τηλεφωνικών συν­διαλέξεων ότι κάθε Γερμανός (ή Αυστριακός ή Ολλανδός) πολίτης δέχθηκε και έκανε του­λάχι­στον 20 κλήσεις ετησίως από και σε πρόσωπα εκτός του στενού του οικογενειακού και εργα­σιακού περι­βάλλοντος.

Η διαφορετική αυτή Ενωμένη Ευρώπη και τα εναλλακτικά της κριτήρια πιθανότατα θα αργή­σουν να εμφανιστούν. Ως τότε, τι μπορεί άραγε να κάνει μια ελληνική κυβέρνηση απέναντι σε όσους θέλουν να μετρήσουν όλα τα μεγέθη με μία και μόνη μονάδα μέτρησης; Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρ­νηση που, φυσικά, δεν θα επιδίδεται στην άνανδρη κατασυκοφάντηση του ελληνικού λαού στο εξωτερικό, αλλά θα επιδιώκει – στο πλαίσιο ενός φανταστικού σεναρίου – να προασπίσει με αληθινό πατριωτισμό, χωρίς φοβικά σύνδρομα και (ευρω­)κομπλεξι­σμούς την ευρύτερη υπόσταση, το γενικότερο φάσμα του πολιτισμού του και την αξιο­πρέ­πεια των Ελλήνων που ζουν στην Ελλάδα, την Γερμανία και αλλού στον κόσμο; Είναι απλό: θα αντιτάξει στο μέτρο σύγκρισης του ξένου, επιτιθέμενου πολιτισμού (την σχέση του ανθρώπου με το χρήμα) το μέτρο σύγκρισης του δικού της πολιτισμού: την σχέση του ανθρώπου προς τον άν­θρωπο. Και ακολούθως – αφού πρόκειται (το τονίζουμε) για φανταστικό σενάριο, ας αφήσουμε την φαντασία μας…- θα υποβαθμίσει μέχρι νεωτέρας τις διπλωματικές σχέσεις με την Ομο­σπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε επίπεδο Γ΄ Γραμ­ματέα ή Ακολούθου Πρεσβείας ως συμβολική έκφραση αντίδρασης για τον μικρονοϊκό και ρατσίζοντα πό­λεμο ηθικισμού που διεξάγεται ενα­ντίον των Ελλήνων (ιδίως των Ελλήνων της Γερμανίας) τα τελευταία δύο χρόνια. Ταυτοχρόνως, όσο κι αν η διαφορετική Ενω­μένη Ευρώπη που περιγράψαμε μοιάζει απίθανο να πάρει σύντομα μορφή, η ίδια, φανταστική κυ­βέρνηση δεν θα ήταν άσχημα να υπενθυμίσει στον απελαυνό­μενο Γερμανό πρέσβυ και τα προ­φητικά λό­για του Πολωνού στρατηγού Juliusz Rómmel κατά την παράδοση της Βαρ­σοβίας στους κατα­κτητές της το 1939: «Ο τροχός γυρίζει»…

Advertisements

Διαπολιτισμικός εγκυκλοπαιδισμός

Δεκέμβριος 4, 2011 3 Σχόλια

Ζούμε σε μια εποχή έντονης εξειδίκευσης των επιστημών και γενικότερα των ανθρώπινων δρα­στηριοτήτων. Σε μια εποχή, που σε πολλές περιστάσεις έχουμε μάθει να εκτιμούμε, λιγότερο ή περισσότερο δικαιολογημένα, την εξειδικευμένη γνώση και να αντιμετωπίζουμε με επιφύλαξη την επιφανειακή κατάρτιση και τον κακώς εννοούμενο εγκυκλοπαιδισμό. Την τάση, δηλαδή, να αποφαίνεται κανείς ελαφρά τη καρδία για θέματα που χρήζουν βαθύτερης μελέτης βασισμένος απλώς στην επιφανειακή εικόνα που έχει από μια σειρά πραγμάτων. Όπως γνωρίζει, φυσικά, κάθε αρχαιο­λόγος, τόσο η επιφανειακή έρευνα (survey) όσο και η ανασκαφή έχουν την χρησι­μότητά τους. Προσφέρουν, όμως, απαντήσεις σε διαφορετικές ερωτήσεις. Και, δυστυχώς, υπάρχει στις μέρες μας ένα συγκεκριμένο πεδίο, όπου – χρησιμοποιώντας την μεταφορά των αρχαιολογικών μεθό­δων – αρκετοί συμπατριώτες μας (και όχι μόνο) θεωρούν ότι οι ερωτήσεις που απαντά μια ανα­σκαφή, μπορούν να απαντηθούν εφαρμόζοντας την μέθοδο του survey, και μάλιστα ούτε καν με την συστηματική της μορφή. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, αφού φορείς αυτής της τά­σης είναι πολύ συχνά νέοι επιστήμονες, δηλαδή άνθρωποι της εξειδίκευσης. Και το πεδίο, στο οποίο αναφερόμαστε, είναι οι εμπειρίες από την κουλτούρα ξένων λαών.

Τις τελευταίες δεκαετίες ένας μεγάλος αριθμός νέων κυρίως Ελλήνων έχει περάσει ένα διάστημα της επιστημονικής του εκπαίδευσης στο εξωτερικό. Σαν αποτέλεσμα, έχει έρθει σε επαφή με τον τρόπο ζωής σε χώρες του δυτικού κόσμου και έχει περάσει κάποιο χρόνο με τους κατοίκους τους. Αναπόφευκτα, έχει συλ­λέξει έναν αριθμό εμπειριών, οι οποίες συχνά του δημιουργούν την εντύπωση ότι έχει πλέον γνωρίσει σε επαρκή βαθμό τα ήθη, τις νοοτροπίες και την ιδιοσυγκρα­σία των εκάστοτε άλλων λαών. Κι όμως, ενίοτε παρατηρείται το φαινόμενο, άνθρωποι που έχουν ζήσει σε παρόμοιο ξένο περιβάλλον να έχουν καταλήξει σε ριζικά διαφορετικά συμπερά­σματα. Ιδίως το γερμανόφωνο περιβάλλον της κεντρικής Ευρώπης φαίνεται ότι έχει προσληφθεί ως τώρα με εκ διαμέτρου αντί­θετο τρόπο από αρκετούς Έλληνες. Πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο; Είναι αποτέλεσμα δια­φορετι­κής ατομικής ικανότητας αντίληψης του κοινωνικού περιβάλλοντος; Ή μήπως υπάρχουν στο ζή­τημα κάποιες άλλες παράμετροι που πρέπει κάποια στιγμή να επισημάνουμε; Για να το θέσουμε διαφορετικά: τι χρόνος, τι πλαίσιο και τι διαδικασίες ή συνθήκες χρειάζονται προκειμέ­νου να μπορεί κανείς να διατηρεί την βεβαιότητα ότι έχει σχηματίσει μια αντιπροσωπευτική ει­κόνα της βαθύτερης κουλτούρας του ξένου λαού;

Καταρχάς, κάτι το οποίο δεν συνειδητοποιείται επαρκώς είναι ότι η μελέτη των ηθών, της ιδιοσυγκρασίας και της κοσμοαντίληψης συγκεκριμένων ανθρώπινων ομάδων αποτελεί προ πολλού ξεχωριστή επιστήμη. Λέγεται πολιτιστική ανθρωπολογία ή εθνολογία. Και, όπως κάθε επιστήμη, έχει κι αυτή τις μεθόδους της. Ένας εθνολόγος θα περάσει συνήθως ένα χρονικό διάστημα μαζί με την ομάδα ανθρώπων (συνήθως εκτός του ανεπτυγμέ­νου, δυτικού πολιτισμού), την οποία επιθυμεί να μελετήσει. Θα ζήσει μαζί της, όχι για να μάθει μια τέχνη (π.χ. παραδοσιακή καλαθοπλεκτική) και μετά να φύγει, αλλά με σκοπό την μελέτη της κουλτούρας της. Αυτό δεν αποκλείει, φυσικά, ότι και κάποιος άλλος, ο οποίος έζησε για ένα διάστημα με την ίδια ομάδα για διαφορετικό, όμως, λόγο (π.χ. για να μάθει καλαθοπλεκτική), συνέλεξε «ακουσίως» μερικά από τα ίδια εμπειρικά δεδομένα που κατέγραψε και ο εθνολόγος. Οι δικές του παρατηρήσεις, όμως, δεν θα έχουν τον συστηματικό χαρακτήρα που έχουν αυτές του επιστήμονα, άρα δεν θα υπόσχονται και εξίσου αξιόπιστα συμπεράσματα.

Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς: μα καλά, πού είναι η αναλογία; Οι περισσότεροι νέοι Έλληνες που φεύγουν στο εξωτερικό δεν βρίσκονται στην θέση του εθνολόγου, αλλά μάλλον σε αυτή του σπουδαστή της εκάστοτε «καλαθοπλεκτικής». Όντως. Μόνο που σε μερικές περιπτώσεις τα πράγματα έρχονται έτσι, ώστε κάποιοι να περιέλθουν τελικά στην ερευνητική αφετηρία του εθνολόγου και ασυνείδητα να κάνουν την δουλειά του. Ποιες είναι οι συνθήκες που οδηγούν σε μια τέτοια εξέλιξη;

Ως γνωστόν, ο έρωτας είναι τυφλός...

α) Η δυνατότητα πραγματικής σύγκρισης. Για να συγκρίνει κανείς την δική του κουλτούρα με κάποια άλλη, πρέπει ο ίδιος πρώτα να είναι ώριμος φορέας της…δικής του κουλτούρας. Όσο αυτο­νόητο κι αν ακούγεται, κάτι τέτοιο δεν ισχύει πάντοτε σε περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν φύ­γει από την πατρίδα τους πολύ νέοι (π.χ. με το που τέλειωσαν το σχολείο ή και νωρί­τερα) ή έχουν μεγαλώσει σε πολιτιστικά μεικτό περιβάλλον με μια ενίοτε επιφανειακή μόνο, φολκλορικού τύπου πρόσληψη των διαφορετικών πολιτι­σμών.

β) Το πρίσμα της μονιμότητας. Κάποιοι πηγαίνουν στο εξωτερικό ξέροντας ότι θα γυρίσουν στην Ελλάδα. Δεν έχουν την πρόθεση να μείνουν στην ξένη χώρα πέρα από όσο θα χρειαστεί για να ολοκληρώσουν τον συγκεκριμένο σκοπό τους (π.χ. MA, PhD). Αντιθέτως, υπάρχουν άλ­λοι που από την πρώτη στιγμή θέλουν να διερευνήσουν την προοπτική μιας μονι­μότερης παρα­μονής στον ξένο τόπο. Σαν αποτέλεσμα, λογικά σκεπτόμενοι, μαθαίνουν όσο το δυνατόν καλύτερα την ξένη γλώσσα, επιζητούν την επαφή με τους κατοίκους της χώρας και οι εμπειρίες τους μαζί τους συλλέγονται και αξιολογούνται υπό το πρίσμα της πιθα­νής, μόνιμης αναστροφής με αυτούς. Ο συνειδητός και σχεδόν συστηματικός χα­ρακτήρας της συλλογής των εμπειρικών δεδομένων σε αυτή την περίπτωση δημιουργεί μια εμ­φανή αναλογία με την δουλειά του εθνολόγου.

γ) Η μακροχρόνια παραμονή. Κάποιος που έχει ζήσει λίγο σε πολλές χώρες και κάποιος άλλος που έχει ζήσει πολύ σε λίγες δεν έχουν τις ίδιες πιθανότητες να καταλήξουν σε αξιόπιστα συ­μπεράσματα περί της κουλτού­ρας των εν λόγω χωρών. Περισσότερες πιθανότητες έχει σαφώς η δεύτερη κατηγορία ανθρώ­πων. Αν και είναι δύσκολο να ορίσει κανείς έναν συγκεκριμένο χρόνο, μια κατά το δυνατόν συ­νεχής παραμονή σε έναν ξένο τόπο για τουλάχιστον 3-4 χρόνια είναι, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα σημεία, απαραίτητη για να διαμορφώσει κανείς μια κάπως έγκυρη εικόνα κά­ποιων πραγμάτων.

δ) Ο συνδυασμός όλων των ανωτέρω σημείων είναι ίσως ο μόνος που μπορεί να διαλύσει έναν καθοριστικής σημασίας παραμορφωτικό φακό που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε εμάς και στον ξένο πολιτισμό: τις πανίσχυρες προκαταλήψεις μας. Αρκετοί Έλληνες π.χ. που φεύγουν στην κεντρική και δυτική Ευρώπη κουβαλούν στις βαλίτσες τους την βαθιά ριζωμένη παραδοχή ότι υπάρχει ένας ενιαίος ευρωπαϊκός πολιτισμός, και ότι εμείς «ανήκωμεν» σε αυτόν. Ως αποτέ­λε­σμα θεωρούν ότι επισκέπτονται απλώς τις πιο ανεπτυγμένες ή βελτιωμένες εκδοχές του ίδιου πολιτισμού. Με άλλα λόγια, πηγαίνουν σε «Ελλάδες» με οργανωμένο κράτος, καλύτερη οικονο­μία, ανώτερη νοοτροπία των πολιτών, κ.ο.κ. Σε χώρες, όπου συχνά νιώθουν ότι πρέπει να «αναβαπτισθούν» πολιτισμικά αυτομαστιγωνόμενοι ευχαρίστως ενώπιον των ξένων ή αρχικά σπεύδουν να δικαιολογούν τα όποια κακώς κείμενα της ξένης χώρας πιο γεναιόδωρα από ό,τι κι οι ίδιοι οι κάτοικοί της. Προφανώς ξέ­ρουν και βλέπουν ότι υπάρχουν και κάποιες διαφορές μεταξύ των Ευρωπαίων (δεν πίνουν όλοι φραπέ, κάποιοι είναι λίγο πιο «ψυχροί» από άλλους, μερικοί πίνουν πιο πολύ αλκοόλ, κλπ.), όμως ως εκεί. Αν ο παραμορφωτικός φακός δεν σπάσει ή ωσότου σπάσει, το «δεδομένο» στην ρίζα της προκατάληψης θα καταλήξει να επανεπιβεβαιώ­νεται «ανεξάρτητα» στο πλαίσιο ενός χαρακτηριστικού κυκλικού συλλογισμού. Αν, δηλαδή, υπάρχει κοινός ευρωπαϊκός πολιτισμός, τότε η ελληνική κακοδαιμονία δεν οφείλεται σε τίποτα άλλο παρά στις αποκλίσεις (π.χ. λάθος νοοτροπίες) των Ελλήνων από τον «κανόνα», η ύπαρξη του οποίου επαναβεβαιώνεται έτσι κυ­κλικά εδραιώνοντας ακόμη περισσότερο την αρχική προκατάληψη.

Εάν οι ανωτέρω παρατηρήσεις έχουν κάποια βάση, τότε αναδεικνύουν ίσως ότι σε μια εποχή έντονης εξειδίκευσης της ανθρώπινης γνώσης ένα μείζον θέμα, όπως η σχέση της Ελλάδας (και της κάθε Ελλάδας) με άλλους λαούς της Ευρώπης, μπορεί ανύποπτα να καταλήξει να συζητεί­ται με όρους κακώς εννοούμενου διαπολιτισμικού εγκυκλοπαιδισμού, ανάμεικτου, μάλιστα, με μια ισχυρή δόση προκαταλήψεων. Συνεπώς είναι σημαντικό, ιδίως στην κρίσιμη φάση που δια­νύουμε, να αναρωτηθούμε πόσο πραγματικά καλά γνωρίζουμε τους διαφόρους «εταίρους», με τους οποίους (επιθυμούμε να) συνταυτιζόμαστε. Και, γιατί όχι, για πρώτη φορά να διερευνήσουμε, εφαρμό­ζοντας το «φίλτρο» των ανωτέρω ενδεικτικών σημείων, πόσο καλά τους γνώριζαν και διάφοροι επιφανείς εκ­πρόσωποι της ευρωπαΐζουσας πολιτικής και πνευματικής ελίτ στην Ελλάδα, από τον Ε. Βενιζέλο και τον Κ. Καραμανλή ως τον Α. Κοραή και τον Π. Καννελόπουλο. Και ίσως τότε αρχίσουμε να βλέπουμε με λίγο διαφορετικό μάτι την αξιοπιστία των πληροφοριών που κομίζει κάθε ένας, ο οποίος «πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον [οὐκ] ἔγνω»…