Η επιστροφή των Αποτυχημένων

Η αντιπαράθεση μεταξύ συνωμοσιολάγνων και αντισυνωμοσιολόγων, την οποία εξετάσαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, δεν είναι το μοναδικό πεδίο εκτόνωσης ακραίων τάσεων, το οποίο άνοιξε στη χώρα μας με αφορμή την οικονομική κατάρρευση του δημοσίου. Μια ανάλογη διχογνωμία αφορά και το εξίσου δημοφιλές ζήτημα του ρόλου των ξένων στα εν Ελλάδι κακώς κείμενα. Αυτή την φορά, στην μία πλευρά βρίσκονται όσοι αρέσκονται να ισχυρίζονται ότι για όλα (ή σχεδόν για όλα) τα δεινά της χώρας ευθύνονται κατά βάσιν οι ξένοι. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι δα­νειστές-τοκογλύφοι, οι μεγαλόσχημοι Ευρωπαίοι πολιτικοί παράγοντες, το Δ΄ οικονομικό ράιχ των Γερμανών, τα σκοτεινά συμφέροντα των Αμερικανών, κλπ. είναι οι απο­κλειστικοί υπαίτιοι για την θέση, στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα. Πρόκειται για μια προσέγ­γιση που δεν χρήζει ιδιαίτερης κριτικής, αφού συνήθως ακόμη και οι ίδιοι οι εκφραστές της μετά από λίγα λεπτά συ­ζήτησης παραδέχονται ότι σαφώς «εμείς τους δώσαμε το δικαίωμα». Για τα άθλια άθλα ιδίως των τελευταίων 30 ετών την βασική ευθύνη έχει προφανώς η ελληνική πολιτική ηγεσία και τα ήθη της, σε αγαστή αλληλεπίδραση, φυσικά, με αρκετές κατηγορίες διαπλεκομέ­νων κοινωνικών ομάδων. Άλλωστε, η ελληνική κρίση είναι σαφώς πιο πολύπλευρη από αυτή των άλλων «προ­βληματικών» χωρών: είναι κρίση δημοσιονομική, κρίση της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό, ακόμη και κρίση της πρωτεύουσας της χώρας (ή τουλάχιστον του μαρτυρικού κέντρου της). Και αυτό μαρτυρά για άλλη μια φορά ξεκάθαρα την αστοχία της γνωστής επωδού «για όλα φταίνε οι ξένοι».

Υπάρχει, όμως, στο θέμα αυτό και η εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη. Αρκετοί, δηλαδή, αναλυτές εκφράζουν πλέον ανοιχτά την πεποίθηση ότι η μόνη σωτηρία για την χώρα είναι να έρθουν να την κυβερνήσουν οι ξένοι. Η θέση αυτή διαφέρει σαφώς από τις πιο μετριοπαθείς φωνές που με εύλογα επιχειρήματα επισημαίνουν τις πιθανώς θετικές επιπτώσεις που θα είχε μια λελογισμένη παρέμβαση ξένων ειδικών στην ελληνική διοίκηση. Και διαφέρει διότι έχει υπόβαθρο όχι τόσο πραγματιστικό, αλλά σαφώς ιδεολογικό: αποτελεί μια ακραία απόληξη του δόγματος «ανήκω­μεν εις την Δύσιν». Εάν, δηλαδή, ανήκουμε στον πολιτισμό της Δύσης, τον οποίο η συγκεκριμένη άποψη εκλαμβάνει παραδοσιακά ως ενιαίο, τότε είμαστε απλώς μια προβληματική επαρχία του. Δεν είμαστε μια από τις πολιτιστικά πολλές «Ευρώπες» που, όπως και οι πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, υπάρχουν στην γηραιά ήπειρο. Είμαστε μια απλή «διάλεκτος» μιας ευρύτερης κοινής «γλώσσας». Έτσι, η λύση του ελληνικού προβλήματος είναι απλή: να έρθουν και να επιληφθούν του προβληματικού «νομού» της Ευρώπης οι «κεντρικοί κυβερνήτες», προφανώς στο πλαίσιο κάποιας εκδοχής της πλήρους ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Από τον Maurer στον Reichenbach: 180 χρόνια επιτυχίες...

Δυστυχώς για την οπτική αυτή, υπάρχει μια μάλλον μοιραία λεπτομέρεια που δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψιν: οι ξένοι, οι εταίροι μας, οι «κεντρικοί κυβερνήτες» ή όπως αλλιώς θέλουμε να τους ονομάσουμε, αυτοί είναι που τον 19ο αιώνα έδωσαν μορφή στο νεοελληνικό κράτος. Αυτοί είναι οι αρχιτέκτονες του κρατικού μας κτίσματος, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους βασικούς του άξονες. Κατά ενδιαφέρουσα σύμπτωση, μάλιστα, η μοίρα το έφερε έτσι, ώστε οι νυν φορείς της ξένης επιτροπείας (η αποστολή υπό τον H. Reichenbach) να έχουν την ίδια γλωσσική και εν γένει πολιτιστική ταυτότητα με τον Όθωνα και την τρι­μελή του αντιβασιλεία.

Παρότι τα τελευταία 180 χρόνια μάθαμε να πιστεύουμε ότι δεν είναι στραβός ο γιαλός (του «δυ­τικού» τύπου κράτους που συγκρότησε η αντιβασιλεία), αλλά εμείς ως λαός αρμενίζουμε στραβά (με τις νοοτροπίες και τις κακές έξεις μας), στην πραγματικότητα μια απροκατάληπτη ματιά πείθει ότι κατά την οθωνική περίοδο, όταν δηλαδή οι ξένοι διοίκησαν την Ελλάδα, έλαβε χώρα μία από τις πιο αποτυχημένες «επιχειρή­σεις» δη­μιουργίας κράτους που έχουν υπάρξει, ένα αληθινό φιάσκο της ιστορίας. Φθάνοντας οι Βαυαροί στην Ελλάδα ήξεραν ήδη τότε κάποια βασικά πράγματα για αυτήν. Ήξεραν π.χ. ότι ήταν η χώρα που κάποτε γέννησε την δημοκρατία και εντούτοις – δεσμευόμενοι, βεβαίως, και από τις τότε συμφωνίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων – θέλησαν να την κυβερνήσουν με πολίτευμα την βασι­λεία. Ήξεραν (κι αν δεν το ήξεραν μπορούσαν να ρωτήσουν τους εξαίρετους γεωγρά­φους τους) ότι ήταν μια χώρα με κύριο χαρακτηριστικό τον κατακερματισμό του γεωγραφικού της αναγλύ­φου, σαν αποτέλεσμα του οποίου διάφοροι «θύλακες» πολλών διαφορετικών μικροκλιματι­κών συνθη­κών, ποικίλων πλουτοπαραγωγικών πηγών, αισθητά διαφορετικών μεταξύ τους πα­ραγω­γικών προϋποθέσεων και, φυσικά, πληθυσμού, ηθών και εθίμων είναι διαμοιρασμένοι σε επί μέ­ρους τόπους ή τοπία (Landschaften). Και παρόλα αυτά, έκριναν ότι η συγκεκριμένη χώρα έπρεπε να διοικείται από ένα και μόνον διοικητικό και δημοσιονομικό κέντρο. Ήξεραν, επίσης, και, αν όχι, μπορούσαν ακόμη και τον 19ο αιώνα να το διαπιστώσουν, ότι η μικρή κλίμακα είχε ως αναπό­φευκτη συνέπεια τον άμεσο, διαπροσωπικό και σαφώς και τοπικιστικό χαρακτήρα της πολιτικής και οικονομικής συ­γκρότησης. Κι όμως, οι Βαυαροί κυβερνήτες έκριναν ότι οι πολί­τες της συγκεκριμένης χώρας έπρεπε τώρα να λειτουργήσουν με τους όρους ενός έμμεσου και απρόσωπου «κοι­νωνικού συμ­βολαίου». Και να πειθαρχήσουν μηχανικά στις πολιτικές, νομι­κές και οικονομικές επιταγές ενός μοναδικού διοικητικού κέντρου που βρισκόταν εκατοντάδες χιλιό­μετρα μακριά από τις πε­ρισσό­τερες περιοχές της χώρας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν η ελληνική πολιτική και πνευματική ελίτ διαφύλαξε το κράτος των Βαυαρών περίπου σαν την «σκοπιά στο παγκάκι» του γνωστού ανεκδότου. Αντικατέστησε μεν την βασιλεία με την – εν τέλει προεδρευομένη – κοινοβουλευτική δημοκρατία, διατηρώντας, όμως, την δυναστική διαδοχή στο πλαίσιο ισχυρών πολιτικών οικογενειών. Συνήθισε να συζητά αποκλειστικά για το μέγεθος τους κράτους και ποτέ για την κλίμακά του. Παρακολούθησε την δημογραφική «εκδίκηση» της μικρής κλίμακας, η οποία ξανασυγκροτήθηκε (ως τέρας) γύρω από το μοναδικό και πληθυσμιακά υδροκέφαλο πλέον πολιτικό-δημοσιονομικό κέντρο. Για τις διαχρονικές δυσλειτουργίες του εξαρχής στρεβλού κράτους η ανωτέρω ελίτ έμαθε να κατηγορεί διαρκώς τους ενοίκους του «κτίσματος» και ποτέ τους δημιουργούς του.

Και τώρα, 180 μετά, πολλοί από μας αρχίζουν να βλέπουν θετικά την προοπτική να αναλάβουν την εξυγίανση του προβληματικού κτίσματος οι ήδη αποτυχημέ­νοι αρχιτέκτονές του. Να έρθουν και να «αναλάβουν» την χώρα όχι πια χάριν εαυτής, αλλά προκειμένου τώρα η δική της στρέβλωση να συμπεριληφθεί σε μια νέα και μεγαλύτερη κακοτεχνία. Στο μοναδικό ίσως μορφωμα που, κτισμένο, εν τω μεταξύ, από τους ίδιους μοιραίους αρχιτέκτονες (μαζί και με άλλους Ευρωπαίους παράγοντες), υπερβαίνει θεαματικά τον πήχη της αποτυχίας που έθεσε η περίπτωση του νεοελληνικού κράτους: στο ήδη ετοι­μόρροπο, προκρούστειο πείραμα της ευρωζώνης. Το λάθος υπήρξε και τις δύο φορές το ίδιο: η δραματική υποτίμηση των πολιτιστικών διαφοροποιήσεων εντός της Ευρώ­πης. Εκτός, φυσικά, κι αν τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο κύριος Reichenbach επιδεί­ξει σήμερα την ευελι­ξία που δεν επέδειξαν οι «πρόγονοί» του στην διοίκησή της. Δυστυχώς, όμως, η Flexibilität δεν υπήρξε ποτέ το δυνατό χαρτί του πολιτισμού των επιτρό­πων…

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: