Αρχείο

Archive for Οκτώβριος 2011

Ελληνική κρίση και γερμανική ηθικιστική επίθεση: Μια μικρή βοήθεια για τους Έλληνες που κατοικούν στην κεντρική Ευρώπη

Οκτώβριος 26, 2011 2 Σχόλια

Η ελληνική δημοσιονομική κρίση δεν συνιστά για την Ευρώπη απλώς μια επικίνδυνη οικονομική περιπλοκή. Πιο πολύ πρόκειται για μια κατάσταση, η οποία έφερε στο φως τις βαθιές πολιτιστι­κές διαφορές και συγκρούσεις που υπάρχουν εντός της Ευρώπης. Δεν είναι πλέον μυστικό ότι πολλοί Έλληνες που είτε προσωρινά είτε εδώ και χρόνια κατοικούν στην γερμανόφωνη περιοχή της Ευρώπης υφίστανται από την αρχή της κρίσης μια ηθικιστική επίθεση εκ μέρους τμήματος του εκεί γηγενούς πληθυσμού. Αντιμετωπίζονται ως οι εκπρόσωποι των «μαύρων προβάτων» της Ευρώπης και των απατεώνων εκείνων, οι οποίοι με τις αμαρτίες και τα εγκλήματά τους απειλούν και ρυπαίνουν τον ηθικώς τέλειο κόσμο της ευρωζώνης. Αυτή η τάση, σχεδόν ρατσι­στική στην γενίκευσή της, υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της σκληρής και απολύτως δικαιολο­γημένης κριτικής για τα αρνητικά κατορθώματα του ελληνικού κομματικού κράτους τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό που κυρίως αντανακλά είναι μια πολιτιστική αποστροφή και για αυτό τον λόγο έχει ήδη προσκρούσει σποραδικά σε δικαιολογημένη αντίδραση. Από τη θέση αυτή θα συνοψίσουμε με­ρικά σημεία, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αμυντικά επιχειρήματα από έναν Έλ­ληνα που κατοικεί π.χ. στην Γερμανία ή την Ολλανδία.

α) Συχνά ακούμε ότι οι Έλληνες επί χρόνια ζούσαν «πάνω από τις δυνατότητές τους». Τι ακρι­βώς σημαίνει, όμως, αυτό; Στο εν λόγω ζήτημα δεν γίνεται κατανοητό από αρκετούς Γερμανούς ότι, ακόμη κι αν ένας Έλληνας λαμβάνει το 1/10 του μέσου γερμανικού μισθού, θα εξακολουθή­σει να δίνει την εντύπωση ότι ζει «πάνω από τις δυνατότητές του». Η αιτία έγκειται στο ότι είναι άλλο πράγμα πόσα χρήματα έχει κανείς και τελείως διαφορετικό πράγμα τι σχέση έχει κανείς με το χρήμα…Κάποιος που έχει 4 ευρώ και ξοδεύει τα 2 (π.χ. επειδή έχει πλούσια κοινωνική ζωή) μπορεί να καταναλώσει περισσότερα αγαθά από κάποιον άλλον, ο οποίος έχει 10 ευρώ και από αυτά αποταμιεύει τα 9.

β) Ως αποτέλεσμα του α) αρκετοί Γερμανοί δεν συνειδητοποιούν την απλή αλήθεια ότι το γεγο­νός πως δεν είμαστε όλοι Γερμανοί είναι καλό για την Γερμανία. Και ο λόγος είναι απλός. Η Γερ­μανία δεν είναι απλώς μια εξαγωγική οικονομία. Δεν είναι μόνον μια οικονομία που παράγει και εξάγει μαζικά. Είναι κυρίως μια οικονομία, η οποία εξάγει τα προϊόντα της σε χώρες, όπου η πολιτιστική σχέση των καταναλωτών προς το χρήμα τις περισσότερες φορές είναι τελείως δια­φορετική από ό,τι στην Γερμανία. Μόνον σε οικονομικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, όπου έννοιες, όπως «μανία αποταμίευσης» ή «εμμονή αποταμίευσης», δεν υφίστανται ή δεν είναι δη­μοφιλείς, μπορεί μια εξαγωγική οικονομία να ελπίζει ότι η διάθεση των προϊόντων της θα αποφέ­ρει ικανό κέρδος. Εάν ο πληθυσμός των άλλων χωρών υιοθετούσε την γερμανική κουλ­τούρα αποταμίευσης, τότε η γερμανική οικονομία πολύ πιθανόν θα κατέρρεε εντός ολίγων μη­νών.

γ) Η Γερμανία αποδέχθηκε την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη, αν και όλοι γνώριζαν ότι το ελληνικό κράτος είναι εξόχως προβληματικό και ότι τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία ήταν ανα­ξιόπιστα. Γιατί η Γερμανία δεν έκανε στο θέμα αυτό τις δικές της «σχολικές εργασίες» (Hausaufgaben); Ο λόγος είναι ότι συγκεκριμένοι κύκλοι στην Γερμανία θέλησαν να εκμεταλλευτούν όχι μόνον την ελλη­νική κουλτούρα κατανάλωσης και εν μέρει σπατάλης, αλλά και την διαφθορά (βλ. Siemens, κλπ.) του ελληνικού κομματικού κράτους. Και, πράγματι, πολλές γερμανικές εταιρίες αποκόμι­σαν μεγάλα κέρδη από αυτή την κατάσταση. Συνεπώς, ό,τι πολλοί ηθικίζοντες Γερμανοί κατα­λογίζουν τώρα στους Έλληνες, είναι κάτι που εδώ και χρόνια υπήρξε για τους Γερμανούς (ή για κάποιους εξ αυτών) εξαιρετικώς επικερδές. Και τώρα ίσως αποβεί πιο επικερδές από ποτέ…

δ) Ούτε στην Γερμανία ούτε στην Ελλάδα λαμβάνεται επαρκώς υπόψιν η θεωρητική πιθανότητα ότι οι προϋποθέσεις της οικονομικής ευμάρειας μπορεί ενίοτε να είναι εξίσου νοσηρές με αυτές μιας χρεοκοπημένης οικονομίας. Για παράδειγμα, μια λεπτή σιλουέτα δεν οφείλεται αναγκα­στικά σε σωστή διατροφή ή συστηματική αθλητική άσκηση. Μπορεί να ανάγεται και σε τελείως διαφορε­τικές καταστάσεις, όπως π.χ. μονομανίες και εμμονές σχετικές με το βάρος, νευρωτική ανορεξία, άλλες ασθένειες, κλπ. Αντιστοίχως, μια ισχυρή οικονομία μπορεί να έχει κτιστεί όχι μόνον χάρη σε συγκεκριμένες, καλές νοοτροπίες και αρετές, αλλά και λόγω μιας όχι εντελώς υγιούς πολιτι­σμικής σχέσης με έννοιες, όπως «εργασία», «χρήμα», «αποταμίευση», «ηθικισμός», κλπ. Το γεγο­νός πως εδώ έχουμε να κάνουμε με την «σκοτεινή» πλευρά της «φω­τεινής» οικο­νο­μίας της κεντρικής Ευρώπης καθίσταται εν τέλει πρόδηλο και από την οφθαλμοφανή συγγένεια ανά­μεσα σε μερικές ακραίες απόψεις που εκφράζονται στην Γερμανία ως προς την προοπτική στή­ριξης των κρατών PIIGS και κάποιες παλαιότερες – και όχι ακριβώς ευχάριστες – αντίστοι­χες προσεγγίσεις (βλ. εικόνα).

ε) Οι Έλληνες μπορούν να είναι υπερήφανοι για το γεγονός ότι το χειρότερο «διεθνές» ατόπημα της σύγχρονης κρατικής τους ιστορίας υπήρξε απλώς ένα χρέος της τάξεως των 350 δισεκα­τομμυρίων ευρώ. Σε αντίθεση με αυτό δεν είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς τι προκάλεσαν στην δική τους πιο ζοφερή στιγμή κάποιοι άλλοι στην Ευρώπη που τώρα ηθικίζουν. Η τρέχουσα ηθι­κιστική επί­θεση κατά των Ελλήνων δημιουργεί μάλιστα την εντύπωση ότι για μερικούς Γερμα­νούς (φυσικά όχι για όλους) το χρέος των 350 δισεκατομμυρίων ευρώ αξιολογείται ως πολύ βα­ρύτερο έγκλημα από τους εκατομμύρια νεκρούς των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Έτσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί το ότι υπάρχει τόσο έντονη απαίτηση για τις ελληνικές «αποζημιώσεις της κρίσης», ενώ εκκρε­μούν ακόμη οι γερμανικές αποζημιώσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως Έλληνες μπορούμε, συνε­πώς, να είμαστε ευγνώμονες, διότι έχουμε έναν πολιτισμό, στον οποίον αν μη τι άλλο τα οικονο­μικά ζητήματα και οι άνθρωποι ιεραρχούνται με κριτήρια που δεν έχουν ακόμη εντελώς αντι­στραφεί…

Advertisements

Griechische Krise und deutsche Moraloffensive: eine kleine Hilfeleistung für die in Mitteleuropa lebenden Griechen

Οκτώβριος 23, 2011 4 Σχόλια

Die griechische Fiskalkrise stellt für Europa nicht nur eine gefährliche wirtschaftliche Komplika­tion dar. Vielmehr handelt es sich um eine Situation, welche die tiefen kulturellen Unterschiede und Konflikte, die innerhalb Europas existieren, zum Ausdruck gebracht hat. Es ist bereits kein Geheimnis, dass viele Griechen, die vorübergehend oder seit Jahren im deutschsprachigen Raum Europas wohnen, seit dem Beginn der griechischen Krise eine moralistische Attacke sei­tens eines Teils der einheimischen Bevölkerung erleben. Sie werden als die Vertreter der „schwarzen Schafe“ Europas und der Betrüger behandelt, die durch ihre Sünden und Verbre­chen die moralisch per­fekte Welt der Eu­rozone bedrohen und beschmutzen. Diese in ihrer Ver­allge­meinerung fast rassisti­sche Haltung geht über die harte und vollkommen gerechte Kritik an den ne­gativen Errungenschaften des griechischen Parteistaates in den letzten Jahrzehnten weit hinaus. Vielmehr bringt diese Haltung eine kulturelle Aversion zum Ausdruck, deshalb hat sie schon spo­radisch auf eine gerechtfertigte Reaktion gestoßen. Hier werden einige Punkte zusam­mengefasst, die für einen Grieche, der z.B. in Deutschland oder in Holland lebt, als Ver­teidigungs­argu­mente verwen­den werden können.

a) Mehrmals hören wir, dass die Griechen jahrelang „über ihre Verhältnisse“ gelebt haben. Was heißt das aber genau? Es wird hier bei einigen Deutschen nicht wirklich wahrgenommen, dass, auch wenn ein Grieche 1/10 des deutschen Durchschnittsgehaltes bekommt, wird er immer noch den Eindruck vermitteln, dass er „über seine Verhältnisse lebt“. Der Grund liegt darin, dass es eine Sache ist, wie viel Geld man hat, und etwas ganz Anderes, was für eine Beziehung man zum Geld hat…Eine Person, die 4 Euro hat und 2 davon ausgibt (weil sie z.B. ein reiches Sozialleben hat), kann mehr Güter verbrauchen als eine andere Person, die 10 Euro hat und 9 davon spart.

b) Als das Ergebnis von a) wird bei einigen Deutschen die simple Wahrheit nicht realisiert, dass es gut für Deutschland ist, dass wir nicht alle Deutsche sind. Der Grund ist einfach zu begreifen. Deutschland ist nicht bloß eine Exportwirtschaft. Es ist nicht einfach eine Wirtschaft, die massiv produziert und exportiert. Es ist eher eine Wirtschaft, die ihre Produkte in Ländern exportiert, in denen das kul­turelle Verhältnis der Verbraucher zum Geld meistens völlig anders ist als in Deutschland. Nur in wirtschaftlichen und kulturellen Kontexten, wo Begriffe, wie „Sparwut“ oder „Sparzwang“ nicht vorhanden oder nicht beliebt sind, besteht für eine Exportwirtschaft die Hoff­nung, mit gutem Profit ihre Produkte zu verkaufen. Wenn die Bevölkerung der anderen Länder die deutsche Spar­samkeitskultur adoptierte, dann würde die deutsche Wirtschaft sehr wahr­scheinlich innerhalb von wenigen Monaten zusammenbrechen.

c) Deutschland hat den EU-Eintritt Griechenlands akzeptiert, obwohl es allen bekannt war, dass der griechische Staat hochproblematisch war und die griechischen Finanzstatistiken unzuverlässig waren. Warum hat Deutschland in diesem Thema seine „Hausaufgaben“ nicht gemacht? Der Grund ist, dass bestimmte Kreise in Deutschland nicht nur die griechische Verbrauchs- und teil­weise Verschwendungskultur, sondern auch die Korruption (s. Siemens, usw.) des griechischen Partei­staates ausnutzen wollten. Und tatsächlich haben viele deutsche Firmen dadurch einfach viel Geld gewonnen. Alles, was demnach viele moralisierende Deutsche jetzt den Griechen vor­werfen, hat es sich für die Deut­schen (oder einige davon) jahrelang als äußerst profitabel erwie­sen. Und nun wird es wahrscheinlich profitabler als je zuvor…

d) Weder in Deutschland noch in Griechenland ist die theoretische Möglichkeit genügend berücksichtigt, dass die Voraussetzungen des wirtschaftlichen Wachstums bisweilen genauso krankhaft sein können wie diejenigen einer Pleitewirtschaft. Um ein Beispiel zu führen, ist eine schlanke Figur nicht un­bedingt auf eine gute Ernährung oder das sys­tematische Sporttreiben zurückzuführen. Diese Schlankheit kann manchmal auf völlig verschiedene Situatio­nen zurückgehen, wie z.B. Obsessionen und Zwänge bezüglich des eigenen Gewichts, eine neuro­tische Anorexie, etliche andere Krankheiten, usw. Dementsprechend kann eine starke Wirtschaft nicht nur durch bestimmte gute Mentalitäten und Tugenden herausgebildet worden sein, sondern auch durch ein nicht ganz gesundes kulturelles Verhältnis zu Begriffen wie „Arbeit“, „Geld“, „Sparen“, „Moralisieren“, usw. Die Tatsache, dass wir es hier mit der „dunklen“ Seite der sonst „hellen“ Wirtschaft Zentraleuropas zu tun haben, wird nicht zuletzt durch die unüber­sehbare Verwandtschaft ersichtlich, die einige in Deutschland geäußerten, extremen Ansichten hin­sichtlich der Un­terstützungsperspektive der „PIIGS“-Staaten zu älteren – und nicht wirklich angenehmen – entspre­chen­den Annäherungen aufwei­sen (s. Abbildung).

e) Die Griechen können stolz darauf sein, dass die schlimmste «internationale» Leistung ihrer modernen Staatsgeschichte nur eine Staatsschuld von ca. 350 Billionen Euro ist. Im Gegensatz dazu ist es nicht leicht zu vergessen, was einige Andere in Europa, die jetzt moralisieren, in ihrem eigenen düstersten Moment ausgelöst haben. Die gegenwärtige moralistische Offensive gegen die Griechen vermit­telt sogar den Eindruck, dass für einige Deutsche (natürlich nicht für alle) die 350 Billionen Euro Schuld als ein viel schwereres Verbrechen im Vergleich zu den Millionen Toten der beiden Weltkriege einzustufen ist. Nur so ist es zu erklären, dass es nach den griechischen «Krisenentschädigungen» so intensiv verlangt wird, während die deutschen Reparationszahlungen nach dem Zweiten Weltkrieg noch ausstehen. Als Griechen kön­nen wir demzufolge dankbar sein, dass wir eine Kultur haben, in der zumin­dest die Geldangele­genheiten und die Menschen nach Kriterien hierarchisiert werden, die nocht nicht ganz verdreht worden sind…

Paranthropus Sparensis: Η αυτοκρατορία της Εμμονής

Οκτώβριος 16, 2011 6 Σχόλια

Συζητώντας για την κρίση της ζώνης του ευρώ και εκφράζοντας τον συνήθως προκλητικό ευρω­σκεπτικισμό μου έθεσα προ καιρού σε φίλο ιστολόγο το εξής ερώτημα: τον κάλεσα να θυ­μηθεί αν υπάρχει στην ιστορία περίπτωση, όπου διαφορετικοί πολιτισμοί βρέθηκαν να έχουν το ίδιο νόμισμα. Η απάντησή του ήταν ορθή. Μου είπε ότι κάτι τέτοιο σαφώς έχει συμβεί στο πα­ρελθόν: σε όλες τις αυτοκρατορίες. Ευρωπαΐζων ο ίδιος, θεώρησε ότι η απάντησή του δεν μπορεί να υποσκάψει τον τρόπο με τον οποίο συνήθως βλέπουμε την υπόθεση της νομισματικής ένω­σης και την θέση της Ελλάδας σε αυτήν. Και τούτο διότι, όπως και πολλοί άλλοι σκεπτόμενοι Έλληνες, αποδέχεται το ανωτέρω ερώτημα μόνον ως ρητορικό: σύμφωνα, δηλαδή, (και) με την δική του οπτική, στην Ευρώπη δεν υπάρχουν διαφορετικοί «πολιτισμοί», αλλά απλώς επιφα­νειακές μικροδιαφορές, π.χ. στις νοοτροπίες, στις συνήθειες, στις πρόσφατες ιστορικές καταβο­λές ή γενικότερα στο ταμπεραμέντο. Υπάρχουν ίσως διαφορετικές «σχολές σκέψης» εντός της Ευρώπης, όχι όμως διαφορετικές «Ευρώπες». Κι αν δεν έχουμε διαφορετικούς πολιτισμούς με κοινό νόμισμα, τότε προφανώς δεν χρειάζεται να μιλάμε και περί αυτοκρατορίας…

Το νέο έμβλημα της ευρωζώνης με το πανανθρώπινο ιδανικό «Γκάϊτς ιστ γκάϊλ!» (μεταφρασθέν ελληνιστί ως: «η τσιγγουνιά είναι μαγκιά!»)

Δυστυχώς η πραγματικότητα της κρίσης της ευρωζώνης διαψεύδει με τρόπο εντυπωσιακά ξε­κάθαρο τις ρομαντικές αυτές αντιλήψεις. Η κραυγαλέα αντίθεση μεταξύ της γερμανόφωνης κε­ντρικής Ευρώπης και των χωρών της Μεσογείου (των «PIGS») αναδεικνύεται εύγλωττα μέσα από την παρούσα περίσταση. Η «αρχιτεκτονική» της κρίσης καθιστά, επίσης, σαφές, ποιος ωφε­λείται και ποιος όχι τόσο από την θνησιγενή ιδέα του κοινού νομίσματος όσο και από την διά­χυση στον ευρωπαϊκό νότο μοντέλων πολιτικής και κρατικής συγκρότησης (π.χ. πολιτικών θεω­ριών) κεντροευρωπαϊκής προελεύσεως. Και αν αυτό ισχύει, τότε η ψυχρή λογική λέει ότι το σημείο εκείνο της ηπείρου, όπου τα αποτελέσματα της κρίσης είναι οξύτερα, πρέπει να είναι αυτό, όπου η «σύγκρουση» των ευρωπαϊκών πολιτισμών είναι πιο έντονη από οπουδήποτε αλλού. Το σημείο αυτό είναι η Ελλάδα, όπου η ασυμβατότητα ανάμεσα στο τοπικό πολιτιστικό υπόστρωμα και το κακοφορεμένο υπέρστρωμα (superstratum) κεντροευρωπαϊκών πολιτικών θεσμών και αρχών κρατικής οργάνωσης ανακύπτει στον μέγιστο βαθμό. Το χειρότερο: οποιαδήποτε άλλη απόπειρα ερμηνείας της γεωγραφικής κατανομής της κρίσης είναι καταδικασμένη να διολισθή­σει αμέ­σως ή εμμέσως σε μάλλον ρατσίζουσες (και αλήστου μνήμης) εικασίες περί της «ανώτε­ρης» νοοτροπίας ή γενικώς «ανωτερότητας» του κεντροευρωπαϊκού πληθυσμού. Κι έτσι να χρεοκοπήσει ως ερμηνεία πιο γρήγορα και από το ελληνικό δημόσιο.

Η πραγματικότητα είναι ότι πολύ απλά ο νότος κατέληξε να είναι η επαρχία μιας νέας αυτοκρα­τορίας. Τα PIGS δεν μπορούν να παίξουν το παιχνίδι της νέας αυτής τάξης πραγμάτων με την ίδια επιτυχία που αυτό παίζεται στο κέντρο της. Ο μεσογειακός νότος παρουσιάζεται «ελλειμματικός» στην αφομοίωση του πολιτιστικού μοντέλου του βορείως των Άλπεων Ευρωπαίου Homo Sapiens. Παρά ταύτα, στο πλαίσιο της κρίσης απειλείται εσχάτως να γίνει το θύμα μιας ιδιότυπης, σχεδόν ασυνείδητης Akkulturation (πολιτιστικής εξομοίωσης) άλλου τύπου. Μοιάζει, δηλαδή, ως αποτέλεσμα της επιρ­ροής του βορρά να υφίσταται μια σταδιακή μετάλλαξη της – επιφανειακής έστω – καθημερινής του ψυχολογίας. Σε τι συνίσταται αυτή;

Ας σκεφτούμε μόνο από την αρχή της κρίσης ως σήμερα πόσο συχνότερα φτάσαμε να μιλάμε όλοι για το χρήμα και τα οικονομικά, πώς μπήκαμε στη διαδικασία να μετράμε και την τελευ­ταία δεκάρα, πώς γέμισε η ζωή μας από το πρωί ως το βράδυ με έννοιες, όπως ομόλογα, spreads, τοκοχρεωλύσια, ελλείμματα, κλπ. Με αυτό τον τρόπο πλησιάζουμε σε αυτό που αποτε­λεί περίπου την κανονική (ναι, την κανονική) κατάσταση στη ζωή ενός – όχι και εντελώς εκκεντρικού – Κεντροευρωπαίου. Να ενθουσιάζεται που στα 50-60 eurocent που κάνει το ψωμί περιλαμβάνεται και το…κόψιμό του, να βάζει το χειμώνα θερμοφόρα για να μην σπαταλήσει την ενέργεια της κεντρικής θέρμανσης, να βάζει όριο για την κατανάλωση νερού στο ντους και αν το περάσει να μένει με τη σαπου­νάδα, να νοικιάζει το δωμάτιο του παιδιού του, όταν αυτό φύγει φοιτητής σε άλλη πόλη, να έχει χωριστό τραπεζικό λογαριασμό με τη γυναίκα του μετά από 50 χρόνια γάμου, να ζητά να στείλεις άδειο φάκελο με προπληρωμένα τα έξοδα αποστολής για να σου επιστρέψει τα δικαιολογητικά μιας τελικώς ανεπιτυχούς αίτησης για δουλειά ή να συλλαμβάνει την ιδέα να κυματίζουν μεσίστιες οι σημαίες των υπερχρεωμένων χωρών, η οποία θα μπορούσε να βρει θέση σε κάποια ηροδότεια διήγηση για τα ήθη περίεργων βαρβαρικών φυλών.

Όταν η Sparzwang κατά τον όρο του Max Weber, δηλαδή η αποταμί­ευση (Sparen) ως διαρκής εμμονή (Zwang), καταλάβει και τις επαρχίες τις αυτοκρατορίας, δηλαδή τον ευρωπαϊκό νότο, τότε θα μπορέσουμε να υιοθετήσουμε και την νοοτροπία-πεμπτουσία του «κοινού» μας ευρω­παϊκού πολιτισμού: τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου. Και τότε ναι, θα αρχί­σουμε επιτέλους να συνεννοούμαστε στην Ενωμένη «μας» Ευρώπη, λύνοντας ταυτόχρονα και το ζήτημα του ελληνικού χρέους. Geiz ist geil!

Μεθοδολογικά της κρίσης

Οκτώβριος 9, 2011 2 Σχόλια

Η ουσιαστική χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας, ως ένα επιμέρους επεισόδιο της διεθνούς οικονομικής κρίσης και αυτής της ευρωζώνης, αποτελεί ένα ιδιαίτερα πολύπλευρο και σύν­θετο πρόβλημα. Ως εκ τούτου, θα ανέμενε κανείς ότι αυτοί που θα ήταν εξαρχής σε θέση να αντιλη­φθούν την φύση του προβλήματος θα ήταν οι λεγόμενοι «ειδικοί»: οι ειδήμονες επί των οικονομι­κών, οι καλοί γνώστες των πολιτικών διεργασιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ορι­σμένοι έμπειροι πολιτικοί και αναλυτές, κ.ο.κ. Κι όμως, φαίνεται ότι από την πρώτη στιγμή ήταν μάλλον ο απλός κόσμος – Αγανακτισμένος η μη – αυτός που κατάφερε να αφουγκραστεί τις πιο κρίσι­μες παραμέτρους της κατάστασης. Περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά και μακριά από επιστημο­νικές ή μη εξειδικεύσεις που οδηγούν συχνά στο να χάνεται η εποπτεία της ευρύτερης εικόνας, πολλοί απλοί πολίτες συνέλαβαν σωστά εκείνα τα στοιχεία της που θα μπορούσαν να ονομα­στούν μεθοδολογικά της κρίσης. Αυτά είναι κατά βάσιν τα εξής:

Δύσκολοι καιροί για ειδικούς...

1) Η έννοια της συνάφειας, του πλαισίου ή του context. Επί δεκαετίες σοβούν στην Ελλάδα βα­ριές πολιτικές και οικονομικές παθογένειες που κάθε σοβαρός πολίτης θα ήθελε να έχουν εξα­λειφθεί. Σε πλαίσιο, όμως, δημοκρατίας και εθνικής κυριαρχίας και όχι υπό οποιεσδήποτε συν­θήκες. Όχι περιερχόμενοι σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης από τους δανειστές, υπογράφοντας δανειακές συμβάσεις υποτέλειας, κυβερνώντας με εξωκοινοβουλευτι­κές «επικαιροποιήσεις» μνημονίων ή εκποιώντας τα πάντα σε τιμές ξεπουλήματος. Αν δεν μας ενδιαφέρει η συνάφεια, αν είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε το λά­θος πλαίσιο για να ληφθούν κάποια σωστά μέτρα, τότε θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε και σε καθεστώς χούντας. Άλλω­στε, πολλοί διατείνονται ότι οι εκλογές αποτελούν δοκιμασία για την οικονομία (οπότε ας μην τις κάνουμε ούτε το 2013), ενώ σύμφωνα με κάποιους άλλους κύκλους ο Μακαρέζος υπήρξε…άριστος διαχειριστής των οικονομικών.

2) Η διάκριση αιτίας και αφορμής. Ο καλύτερος τρόπος να πει κανείς ένα ψέμα είναι να το ανα­μείξει με αλήθειες. Είναι η Ελλάδα ένα άκρως προβληματικό κράτος; Σαφώς. Υπάρχουν στην Ελλάδα χρόνιες δυσλειτουργίες, στρεβλώσεις, ιδεολογικές αγκυλώσεις και γενικώς απαράδεκτες καταστάσεις; Προφανώς. Είναι αυτές η αιτία για τα μνημόνια και τις τρόικες; Εν μέρει μόνον. Το γεγονός ότι στην δίνη της κρίσης βρίσκονται και άλλα κράτη με εν πολλοίς καλύτερο κράτος από την Ελλάδα (Πορτογαλία, Ιρλανδία, ακόμη και Ιταλία) αποδεικνύει αυτομάτως ότι η πραγματική αιτία της συγκεκριμένης κρίσης βρίσκεται (και) εκτός Ελλάδος. Και οι διάφορες εξυ­πναδίστικες «επε­ξηγήσεις» του ελληνικού προβλήματος, όπως π.χ. αυτή εδώ, χάνουν σε αξία ακριβώς επειδή…ισχύουν ως έναν βαθμό και για τις άλλες αυτές χώρες, τόσο συγχρονικά όσο και διαχρονικά. Τα όποια προβλήματα των χωρών αυτών δεν είναι τόσο η αιτία της τρέχουσας κρίσης τους όσο η αφορμή για το μονοψήφιο εκείνο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού που προσπαθεί να εξαναγκάσει τους πολίτες να πληρώσουν τα σπα­σμένα του δικού του «θριάμβου της απληστίας» (κατά Γ. Στίγκλιτς). Ο Έλληνας φορο­φυγάς ή κηφήνας της εξουσίας, όμως, οφείλει να λογοδοτήσει για αυτές τις συγκεκριμένες αμαρ­τίες του, και όχι για τις αντίστοιχες της κάθε Lehman Brothers.

3) Η «ενδογενής» διάκριση ανάμεσα στις πιο μακροϊστορικές παθογένειες του ελληνικού κρά­τους και την παρούσα κρίση. Το ότι πρόκειται για δύο καταστάσεις που σαφώς συνδέονται, αλλά προφανώς δεν ταυ­τίζονται δεν αποδεικνύεται, δη­λαδή, μόνον από την εμπλοκή στην κρίση και άλλων κρατών, αλλά και από το γεγονός ότι το ίδιο το ελληνικό κράτος έχει χρεοκοπήσει και ανανήψει ήδη τέσ­σερις φορές, αν και οι παθογένειές του έμειναν μάλλον ανέπαφες. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι μια κρίση, όπως η παρούσα, δεν θα πρέπει να γίνεται ευκαιρία προκει­μένου να διορθωθούν, έστω και υπό καθεστώς πίεσης, κά­ποια από τα κακώς κείμενα. Το να θέλει, όμως, κανείς να εξαφανίσει βαθιές και διαχρονικές παθογένειες – η πραγματική φύση των οποίων είναι ούτως ή άλλως εντελώς αμφίβολο αν γίνε­ται κατανοητή – σε ελάχιστο χρόνο είναι ένα απονενοημένο διάβημα που προϋποθέτει την θυσία μιας ολόκληρης γενιάς. Και η γενιά αυτή δεν πρόκειται, φυσικά, να κάτσει έτσι απλά να θυσια­στεί, ιδίως όταν το κεφάλι του ψαριού που βρωμάει ατενίζει ακόμα την Ακρόπολη από τα διάφορα νεοκλασικά του.

4) Η διάκριση ανάμεσα σε πολιτικό και δικαστή. Οι πολιτικοί – και ιδιαιτέρως όσοι έχουν οι ίδιοι εγκληματήσει κατά συρροήν κατά της χώρας – δεν βρίσκονται στην συγκεκριμένη θέση για να τιμωρήσουν τους πολίτες για τις αμαρτίες ή τις νοοτροπίες τους. Βρίσκονται εκεί για να μετριά­σουν τις συνέπειες της κρίσης για την κοινωνία και όχι να τις εκτραχύνουν για λογαριασμό του δανειστή-τιμωρού ή του ηθικίζοντος ευρωπαϊστή διανοουμένου.

5) Η παγίδα της μονομερούς καταστροφολογίας. Οι εκβιασμοί των δανειστών, όπως αυτοί αναπαράγονται στην Ελλάδα από την κυβέρνηση και τα φερέφωνά της, έχουν ως άξονα την…βιβλική κατα­στροφή που θα επέλθει στην Ελλάδα, εάν αποχωρήσει από την νομισματική ένωση. Εκτός του ότι στο σενάριο αυτό προϋποτίθεται αυθαίρετα ότι η Ελλάδα θα είναι εκτός ευρώ και όλοι οι άλ­λοι εντός (κάτι αμφίβολο δεδομένου του κινδύνου γενικής κατάρρευσης της ευρωζώνης, εάν εξέλθει η Ελλάδα), λίγους μόνον απασχολεί πρακτικά κατά πόσο η μνημονιόπληκτη και ευρώπληκτη Ελλάδα του 2030 θα είναι ιδιαίτερα καλύτερη από αυτήν της δραχμής του 1930. Σίγουρα, πάντως, θα είναι καλύ­τερα οι δανειστές της…

6) Η συνολική εποπτεία που απαιτεί ένα σύνθετο πρόβλημα, στο πλαίσιο του οποίου μικρότερες πτυχές του είναι ενσωματωμένες σε μεγαλύτερες. Ένα παράδειγμα εδώ είναι η συνήθως υπεράνω κριτικής προσήλωση στην γενικότερη ιδέα του ευρώ. Με το να μην θέτουμε σε επαρκή, απροκατάληπτη και ακομπλεξάριστη κρίση το ίδιο το εγχείρημα του ευρώ (υπό ευρωπαϊκό και όχι στενά ελληνικό πρίσμα) κινδυνεύουμε να εναποθέσουμε τις ελπίδες άρσης των ελληνικών στρεβλώσεων στην ενσωμάτωσή τους σε μια…ευρύτερη στρέβλωση.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πολλές από τις ανωτέρω διαπιστώσεις έχουν εκφραστεί από ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών, το οποίο συνήθως λοιδορείται, συκοφαντείται ή απαξιώνεται ποικι­λο­τρόπως από αρκετούς πεφωτισμένους ειδικούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους, αναλυτές, κλπ. Εντούτοις, όπως ίσως αναδεικνύεται από τις παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, φαίνεται ότι είναι μάλλον οι τελευταίοι, αυτοί που ως τώρα έχασαν την ει­κόνα ολόκληρου του δάσους έχο­ντας εστιάσει ο καθένας σε διαφορετικό δέντρο. Είναι μάλλον η μικρή «επίπτωση» που έμελλε να υποστούν και αυτοί σε καιρούς κρίσης…

«Φράκο» ή «φουστανέλα»; Τίποτα απ’ τα δύο

Οκτώβριος 2, 2011 6 Σχόλια

Όταν κανείς χτίζει ένα κτίσμα, είθισται η ανέγερσή του να ξεκινά από τα θεμέλια και να προχω­ρά στην ανωδομή. Το αντίθετο, το να στήσει, δηλαδή, κανείς τις σκαλωσιές για να χτίσει πρώτα τους επάνω ορόφους, ώστε να «κατηφορίσει» εν συνεχεία προς το ισόγειο και τα θεμέλια, είναι κάτι που ίσως απαντά μόνο σε κάποιο ποντιακό ανέκδοτο. Κι όμως, συναντάται και σε μία ακόμη ιδιά­ζουσα περίπτωση: αυτήν του νέου ελληνικού κράτους. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;

Με αφορμή την ελληνική οικονομική κρίση της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η οποία παράλληλα με τον διεθνή διασυρμό της χώρας οδήγησε ουσιαστικά στην πέμπτη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους από τον 19ο αιώνα ως σήμερα, ήρθε ξανά στην επιφάνεια ένα περίεργο δίλημμα. Ένα υπαρξιακό ερώτημα που εδώ και περίπου έξι αιώνες απασχολεί σε διάφορες μορφές και με έντονο τρόπο τους Έλληνες: παπική τιάρα ή τουρκικό φακιόλιο; Δύση ή Ανατολή; Φράκο ή Φουστανέλα; Ανά­λογα με τις περιστάσεις το ερώτημα αναδιατυπώνεται, αλλά μοιάζει να παραμένει ίδιο. Στις μέ­ρες μας, π.χ. θα μπορούσε να διατυπωθεί ως «Τρόικα, μνημόνιο και ευρώ ή βαλκά­νια υπανάπτυξη εκτός ευρωζώνης;». Οι ακραίες τάσεις υπήρξαν και πάλι παρούσες: οι πιο δογματικοί δυτι­κό­φρονες έδωσαν συχνά την αίσθηση ότι έβλεπαν στην τρόικα τους επιγόνους της (επίσης τριμελούς) αντι­βασιλείας του Όθωνα τον 19ο αιώνα, αυτούς, δηλαδή, που θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν ό,τι άρχισαν οι Βαυαροί, μετατρέποντας επιτέλους τους ευρωανώριμους Έλληνες σε σωστούς Δυτικοευρωπαίους. Οι αντιμνημονιακές φωνές, από την άλλη μεριά, αντιμετωπίστηκαν ενίοτε συλλήβδην σαν η έκφραση των νοοτροπιών εκείνων που κρατούν την χώρα στην βαλκανική (ή ίσως και οθωμανική) Ανατολή, μακριά από το αυτονόητα δυτικό της πεπρωμένο.

Δυστυχώς αρκεί μόνο μια απλή ερώτηση για να καταδείξει ότι κάτι δεν πάει καλά σε αυτή την διαχρονική, γηπεδικού τύπου αντιπαράθεση: κατά την Ύστερη Αρχαιότητα – για να επιλέξουμε μια περίοδο στην τύχη – τι ήταν ο ελληνικός κόσμος, Ανατολή ή Δύση; Φράκο ή Φουστανέλα; Θα αντιτείνει ίσως κανείς ότι δεν μπορούμε να θέσουμε ένα τέτοιο ερώτημα, διότι έτσι υπερπη­δάμε τους έξι τελευταίους αιώνες, αυτούς, δηλαδή, στους οποίους ως αποτέλεσμα της τουρκι­κής προώθησης προς δυσμάς προέκυψε το όλο ζήτημα. Με αυτό τον τρόπο, ωστόσο, είναι σαν να θεωρούμε ότι κατά τους έξι αυτούς αιώνες συνέβησαν εξελίξεις, οι οποίες όχι μόνον οδήγη­σαν σε σημαντικές ανακατατάξεις (που είναι αναμφισβήτητο), αλλά και «έσβησαν» πλήρως την πολιτιστική υπόσταση του «προ της Ανατολής και της Δύσεως» ελληνικού κόσμου. Σαν αποτέλεσμα της Τουρκοκρατίας ο τελευταίος μετατράπηκε πλέον σε «Ανατολή» ή σε «φουστανέλα», μια ταυ­τότητα που κατά τους υποστηρικτές του «φράκου» πρέπει κάποια στιγμή να αποβάλλει εξ ολο­κλήρου, προκειμένου να γίνει «Δύση».

Φουστανέλα και «φράκο»: σουρεαλιστικός συνδυασμός ελληνικής παραδοσιακής ενδυμασίας και δυτικοευρωπαϊκών ασκήσεων ακριβείας.

Πού εδράζεται, όμως, η τόσο απόλυτη άποψη της εξαφάνισης του παλαιού πολιτιστικού υπο­βάθρου; Γιατί μοιάζουν να την συμμερίζονται ακόμη και μερικοί από τους γνωρίζοντες ότι κατά την Τουρκοκρατία στις περιοχές που παρέμειναν ελληνόφωνες και χριστιανικές (π.χ. τμήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας) τα βασικά στοιχεία της προϋπάρχουσας πολιτιστικής ανθρωπολο­γίας (γλώσσα, σύστημα ηθών, εθίμων και παραδόσεων, κλίμακα των μονάδων οργάνωσης) συ­νέχισαν να υφίστανται, αν και αλληλεπιδρώντας με το αλταϊκό ή οθωμανικό πολιτιστικό υπέρ­στρωμα (superstratum); Εδώ το όλο ζήτημα αρχίζει να γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον. Και αυτό γιατί φαίνεται ότι πίσω από την ανωτέρω παραδοχή κρύβεται μια παρωχημένη, για την ακρίβεια σχεδόν προεπιστημονική αντίληψη του χρονικού βάθους της πολιτιστικής εξέλιξης.

Ο υπερτονισμός των στοιχείων ασυνέχειας έναντι αυτών της συνέχειας έχει στην ρίζα της την ισχυρή εστίαση της προσοχής του ιστορικού στους τελευταίους πέντε-έξι αιώνες. Εξαιτίας αυτού του ιδιότυπου μικροϊστορισμού η απόσταση που χωρίζει π.χ. τον ελληνισμό του 17ου αιώνα από αυτόν του 4ου αιώνα μ.Χ. ή π.Χ. γίνεται αντιληπτή περίπου με γεωλογικούς όρους. Και ο λόγος, για τον οποίον αυτού του είδους η μικροϊστορική εστίαση φαντάζει αυτο­νόητη και καθόλου προβληματική, είναι διότι απλούστατα δεν εκλαμβάνεται ως τέτοια. Το πόσο μεγάλη ή μικρή είναι η εκάστοτε εστίαση είναι, δηλαδή, συνάρτηση του μεγέθους της ευρύτερης εικόνας. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, στην «ευρύτερη εικόνα», κρύβεται η μοιραία περιπλοκή μιας ολόκληρης αλυσίδας υποθέσεων και παραδοχών, η οποία καταλήγει στο να αντιλαμβάνε­ται κανείς συχνά την Ελλάδα και τους Έλληνες με όρους «φράκου» και «φουστανέλας».

Η μικροϊστορική προσέγγιση που αναφέραμε δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά και την Ευ­ρώπη. Στηρίζεται στην άποψη ότι η ιστορία της πρώτης αρχίζει στην αρχαιότητα (αρχή, αρχ-αίος), δηλαδή στην 1η χιλιετία π.Χ., και της δεύτερης στην Αναγέννηση. Και στις δύο περιπτώ­σεις, βέβαια, έχει συνειδητοποιηθεί ότι υπήρξαν και κάποια «πρόδρομα» στάδια (Μυκηναϊκή εποχή και πρώιμοι ιστορικοί χρόνοι στην πρώτη περίπτωση, Μεσαίωνας στην δεύτερη). Όμως η συνήθης αντίληψη συμφωνεί ότι πριν από αυτά τα στάδια και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει το χάος: μια μάλλον νεφελώδης, προκατακλυσμιαία περίοδος, η οποία δεν χρειάζεται να μας απα­σχολεί πολύ, αφού σίγουρα δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με το παρόν και το κοντινό παρελθόν.

Ευρωπαϊκή Δύση (αριστερά) και αλταϊκή Ανατολή (δεξιά): πού «ανήκει» το ελληνικό τοπίο;

Όσο εύλογη κι αν ακούγεται, η ανωτέρω άποψη διασώζει μια αντίληψη περί ιστορικού χρόνου, όπως αυτή αναπτύχθηκε κατά τους προεπιστημονικούς χρόνους της δυτικής Ευρώπης. Τότε που η βιβλική, από Κτίσεως Κόσμου χρονολόγηση με αφετηρία το έτος 4004 π.Χ. αποτελούσε τον μοναδικό οδηγό ταξινόμησης του χάους της προϊστορίας. Από τα μέσα του 19ου αιώνα τα πράγματα, όμως, άλλαξαν δραματικά. Η γεωλογία και η αρχαιολογία άρχισαν να ανακαλύπτουν την πραγματική αρχαιότητα του φυσικού κόσμου και του ανθρώπου. Από τότε ως σήμερα η πολιτι­στική εξέλιξη στις διάφορες περιοχές της Ευρώπης έχει μελετηθεί σε ένα βάθος χρόνου που έχει διευρύνει ριζικά την «ευρύτερη εικόνα», εντός της οποίας εστιάζει ο ερευνητής της κάθε περιό­δου. Και, όπως γίνεται αντιληπτό, άλλη οντότητα αποκτούν τα εκάστοτε 500-600 χρόνια, εάν ο προϊστορικός και ιστορικός χρόνος έχει διάρκεια μόλις 6000 έτη, και τελείως διαφορετική, εάν ο χρόνος αυτός και μαζί με αυτόν η σχεδόν αδιάλειπτη πολιτιστική εξέλιξη σε συγκεκριμένες περιοχές εκτείνεται σε πενταπλάσιο ή δεκαπλάσιο χρονικό βάθος.

Στην πρώτη, βιβλική εκδοχή τα 6000 χρόνια αφήνουν ένα μάλλον περιορισμένο χρονικό περιθώριο για την ανάπτυξη πολιτιστικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των κοινωνιών. Ενισχύουν, έτσι, την πεποίθηση ότι «όλοι κατά βάσιν ίδιοι είμαστε» (μπορούμε π.χ. να έχουμε το ίδιο νόμισμα, τους ίδιους θεσμούς, τις ίδιες πολιτικές θεωρίες, κλπ.), όσες διαφορές κι αν έχουμε. Αντιθέτως, η αποφασιστική διεύρυνση του χρονολογικού ορίζοντα οδηγεί σε μάλλον αντίθετα συμπεράσματα. Σαν αποτέλεσμα, η σχέση «θεμελίων» και «ανωδομής» ή αλλιώς του εκάστοτε πολιτιστικού υποστρώματος με τα πιο εφήμερα ιστορικά υπερστρώματα μπορεί πλέον να μελετηθεί εκ νέου σε τελείως διαφορετικές και σαφώς πιο μακροϊστορικές βάσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί ίσως να αρχίσει να γίνεται κατανοητό το τι σημαίνει να χτίζεις ένα κράτος ξεκινώντας όχι από το υπόστρωμα, αλλά από το αποτέλεσμα της επιλογής («σωστής» ή «λανθασμένης») μεταξύ υπερστρωμάτων.

Πώς μεταφράζονται, όμως, ειδικότερα τα ανωτέρω στην περίπτωση του νεοελληνικού κράτους; Ποιο είναι το πραγματικό χρονικό βάθος της πολιτιστικής εξέλιξης στην γηραιά ήπειρο και ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η συνειδητοποίησή του; Τι νόημα έχουν οι παρατηρήσεις αυτές στην παρούσα (οικονομική) κρίση της Ελλάδας και της Ενωμένης Ευρώπης εν γένει; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα, από κοινού με ζητήματα ευρύτερης πολιτισμικής ταυτότητας του ελληνικού κόσμου, τα οποία θα μας απασχολήσουν στο παρόν διαδικτυακό περιβάλλον.